Η κατάρρευση της Thomas Cook και το μοντέλο του τουρισμού – «βαριά βιομηχανία»

150.000 Βρετανοί τουρίστες και συνολικά κάπου 1.000.000 τουρίστες από διάφορες χώρες έμειναν στον …αέρα με την χρεοκοπία της πιο παλιάς τουριστικής επιχείρησης, της Thomas Cook (178 χρόνια ζωής)

Η κατάρρευση όμως της εταιρίας έχει πολύ πιο μεγάλες και σοβαρές επιπτώσεις σε βάθος χρόνου:

– Σε 100.000.000 στερλίνες υπολογίζεται το κόστος που θα πληρώσουν ασφαλιστικές εταιρίες και οι φορολογούμενοι για να επιστρέψουν οι τουρίστες στις χώρες τους

– 21.000 εργαζόμενοι στην εταιρία – από αυτούς 9000 μόνο στη Βρετανία – θα βρεθούν από τη μία μέρα στην άλλη στην ανεργία. Άλλες ανταγωνιστικές εταιρίες ήδη αναζητούν να συνάψουν ατομικές συμβάσεις με πιλότους της εταιρίας στη βάση νέων όρων.

Χιλιάδες ξενοδοχεία αλλά και μια σειρά άλλων επιχειρήσεων που βασίζονταν στα συμβόλαια με την Thomas Cook θα αντιμετωπίσουν τεράστια οικονομικά προβλήματα, ενώ ίσως κάποια από αυτά παρασυρθούν από την βίαιη πτώση της τουριστικής επιχείρισης. Ακόμα και αν καταφέρουν να λάβουν κάποιες αποζημιώσεις, αυτό θα γίνει σε μεγάλο βάθος χρόνου, όταν όμως πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις χρειάζονται ρευστότητα για να αντιμετωπίσουν συσσωρευμένα χρέη, είτε λόγω κρίσης (όπως στην περίπτωση της Ελλάδας) ή λόγω του μοντέλου των “συμβάσεων” που γίνονται με τις μεγάλες τουριστικές επιχειρήσεις (καθυστερημένες πληρωμές, μεγάλη πίεση τιμών κ.ά.). Ακόμα όμως και αν μπορέσουν να λάβουν δάνεια το κόστος στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά υψηλό.

– Στο τέλος των καλοκαιρινών διακοπών τους πολλοί από τους τουρίστες θα βρεθούν μπροστά σε αγχωτικές και δύσκολες καταστάσεις που θα τους επηρεάσουν για ενα μεγάλο διάστημα. Αντί να ξεκουραστούν, θα επιστρέψουν με άγχος και ένταση.

Εδώ και χρόνια η εταιρία είχε προβλήματα, αλλά ο καύσωνας του 2018 και η σύγχυση από το Βrexit οδήγησαν σε ακόμα μεγαλύτερα χρέη σε συνδυασμό με αποτυχημένα επιχειρηματικά σχέδια, όπως το MyTravel. Τον Μάιο ανακοίνωσε ζημιές 1,5 δις στερλινών.

Παρόμοιες εταιρίες από τη μία πιέζουν για εξαιρετικά χαμηλές τιμές στα ξενοδοχεία, από την άλλη πληρώνουν τεράστιες αμοιβές στα υψηλόβαθμα στελέχη τους. Ο προηγούμενος διευθυντής έλαβε σε δέκα χρόνια αμοιβές που ξεπέρασαν τα 18,7 εκατομμύρια στερλίνες, ενώ ο σημερινός CEO έλαβε 8.5 εκατομμύρια στερλίνες μέσα σε 5 χρόνια.

Η εταιρία ζήτησε ενίσχυση 250.000.000 στερλινών από την Βρετανική κυβέρνηση που την αρνήθηκε. Ο επαναπατρισμός των τουριστών θα κοστίσει πάνω από 100.000.000 που θα κληθούν να καταβάλλουν οι ασφαλιστικές και οι φορολογούμενοι.

Μια παρόμοια ιστορία συνέβη με την κατάρρευση, τον Οκτώβριο 2017, της εταιρίας Monarch Holidays. Και σε αυτή την περίπτωση το Brexit και η χαώδης κατάσταση που επικρατεί από τότε έπαιξε σημαντικό ρόλο στην κατάρρευση. Η πτώση της στερλίνας αύξησε το κόστος για καύσιμα κατά 50.000.000 στερλίνες. Ενώ οι Βρετανοί περιόρισαν τις μετακινήσεις τους, η πτώση της στερλίνας (κατά 12% σε σχέση με το Ευρώ και 10% σε σχέση με το δολάριο) αύξησε δραματικά τις υποχρεώσεις της – περίπου 3 δις δολάρια-, προς την Boeing 737 Max για νέα αεροσκάφη που έπρεπε να πληρώσει με δολάρια. Τρομοκρατικές ενέργειες στην Αίγυπτο και στην Τυνησία έπαιξαν κι αυτές κάποιο ρόλο αφού διακόπηκαν πολλές πτήσεις της. Παρά τις μειώσεις προσωπικού και τις περικοπές η εταιρία κατέρρευσε. Τότε είχαν βρεθεί στον αέρα 100.000 Βρετανοί, κυρίως, τουρίστες, ενώ πολλοί περισσότεροι, κάπου 300.000, που είχαν προπληρώσει τις διακοπές τους για αργότερα, είτε έχασαν τα χρήματα τους είτε ταλαιπωρήθηκαν εξαιρετικά για να πάρουν πίσω μέρος από αυτά που είχαν πληρώσει. Κάτι παρόμοιο αναμένεται να συμβεί και τώρα.

Οι επιπτώσεις θα είναι πολύ περισσότερες και πιο σοβαρές σε πολλούς τομείς, όχι μόνο στους ίδιους τους τουρίστες. Μεταξύ άλλων που θα πληγούν, είναι οι ξενοδόχοι σε πολλές χώρες, ιδιαίτερα την Τουρκία, την Κύπρο, την Ελλάδα και άλλες Μεσογειακές χώρες. Μόνο στην Κρήτη το 60% των τουριστών (περίπου 20.000 αυτή την περίοδο) έρχονται μέσω της Thomas Cook.

To θέμα έχει εξελιχθεί σε σοβαρή πολιτική αντιπαράθεση στη Βρετανία. Ήδη έχει καλύψει την αντιπαράθεση γύρω από το Brexit, αν κι αυτό έχει παίξει βασικό ρόλο στη χρεοκοπία της επιχείρησης. Δεν ήταν βέβαια ο μόνος λόγος.

Είναι γεγονός ότι η αντιμετώπιση του τουρισμού ως μια μεγάλη, βαριά βιομηχανία, από την οποία εξαρτώνται υπερβολικά πολλές χώρες (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, η Κύπρος και η Τουρκία) μπορεί να έχει παρόμοιες επιπτώσεις. Εκατομμύρια άνθρωποι εξαρτούν τις διακοπές τους από εταιρίες σαν την Thomas Cook και όταν συμβεί το “ατύχημα” μένουν στον αέρα. Χειρότερες όμως είναι η επιπτώσεις στην τοπική οικονομία που έχει εξαρτηθεί υπερβολικά από αυτό το μοντέλο. Μεγάλες επιχειρήσεις τουρισμού και ηλεκτρονικές πλατφόρμες όπως το AirBNB διαμορφώνουν ανεξέλεγκτες τάσεις στον τουρισμό κι αλλάζουν γειτονιές και πόλεις, ιδιαίτερα σε χώρες και πόλεις που δεν έχουν διαμορφώσει κατάλληλα ρυθμιστικά πλαίσια, και δεν μπορεί να αντιμετωπίζουμε παθητικά τις τάσεις που διαμορφώνονται.

Από μόνες τους οι όποιες ρυθμίσεις μπορούν να μειώσουν αλλά δεν εξαφανίζουν τις αρνητικές επιπτώσεις από τον μαζικό τουρισμό που αναπτύσσεται όλο και περισσότερο, παρά τις διαφορετικές αναζητήσεις ένα σημαντικού ποσοστού από όσους ταξιδεύουν για διακοπές: μαζική πίεση σε οικοσυστήματα, περιβάλλον και γειτονιές, υπερβολικά χαμηλές τιμές που δημιουργούν ασφυκτικές συνθήκες για τα ξενοδοχεία και τις τοπικές επιχειρήσεις τουρισμού, που για να επιβιώσουν συμφωνούν σε όρους συνεργασίας που κάνουν αδύνατη την επιβίωσή τους αν δεν εξασφαλίζουν όλο και μεγαλύτερο αριθμό τουριστών, την ίδια στιγμή που αναγκάζονται να μειώσουν τις κοινωνικές και ποιοτικές προδιαγραφές τους.

Είναι καιρός να περάσουμε από μια “πολιτική” που επικεντρώνει κυρίως στην αύξηση του αριθμού αφίξεων και διανυκτερεύσεων, προς ένα ποιοτικά διαφορετικό μοντέλο τουρισμού. Δεν είναι ουτοπικό, είναι αναγκαίο για πολλούς λόγους. Όλο και περισσότεροι, και από τον τουριστικό κλάδο, συνειδητοποιούν ότι χρειάζεται αποκέντρωση των μετακινήσεων τουριστών στο χώρο και στο χρόνο, απαλλαγή από τον ασφυκτικό έλεγχο που ασκούν λίγες αλλά υπερβολικά μεγάλες επιχειρήσεις, όπως η Thomas Cook που κατέρρευσε. Σημαντικό είναι να περάσουμε από την ποσότητα στην ποιότητα του τουρισμού, που δεν σημαίνει μόνο τι ξοδεύουν οι τουρίστες αλλά ποιες είναι οι συμπεριφορές και οι επιπτώσεις από τον τουρισμό στο περιβάλλον, στην κοινωνία, στην υπόλοιπη οικονομία.

Από την στιγμή που ο τουρισμός έχει μετατραπεί σε μια βαριά βιομηχανία, πρέπει να δούμε πώς θα την αλλάξουμε, πώς θα περάσουμε από την βαριά και γκρίζα τουριστική βιομηχανία, σε μια κοινωνικά-περιβαλλοντικά υπεύθυνη και πολυδιάστατη δραστηριότητα. Έτσι κι αλλιώς ο τουρισμός έχει πολλαπλές επιπτώσεις, κατά συνέπεια η αξιολόγησή της τουριστικής δραστηριότητας δεν μπορεί να είναι με βάση τα έσοδα, αλλά και με βάση πολλούς και διαφορετικούς δείκτες, ώστε να μπορούμε να αξιολογήσουμε αν ένα μοντέλο βιώσιμο, αν είναι μια δραστηριότητα ισορροπημένη σε σχέση με το τοπικό περιβάλλον και την ποιοτική εξέλιξη των “προορισμών” μακροχρόνια, αν συνδέεται αρμονικά με την προστασία περιβάλλοντος, την κοινωνική συνοχή, και τις υπόλοιπες οικονομικές δραστηριότητες.

Στην πραγματικότητα χρειάζεται να “μεταμορφώσουμε” εκ νέου τους τουρίστες σε “ταξιδευτές”, να ξανασυνδέσουμε δηλαδή τον τουρισμό με την πρωταρχική σημασία του ταξιδεύω, δηλαδή μια συνειδητή επιλογή προς αναζήτηση γνώσης, ξεκούρασης αλλά και ισόρροπης σχέσης με τις τοπικές κοινωνίες.

Posted on 24/09/2019 in Άρθρα, Δελτία Τύπου

Share the Story

Back to Top