
του Γιάννη Παρασκευόπουλου*
Στο Ισραήλ, ο Γιαϊρ Λάπιντ θεωρείται κεντρώος και είναι ο αρχηγός της απερχόμενης αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Στις
εκλογές της 27.10 κατεβαίνει σε συνασπισμό υπό τον Ναφτάλι Μπένετ, που αυτοτοποθετείται «(ακρο)δεξιότερα του
Νετανιάχου» και αποκλείει διαχρονικά κάθε σκέψη Παλαιστινιακού Κράτους.
Στις προηγούμενες όμως εκλογές του 2022, ο Λάπιντ είχε πάρει 17,78% με κεντρικό σύνθημα Λύση Δύο Κρατών.
Σχετικό περίγραμμα είχε δώσει από το 2013, δέκα ολόκληρα χρόνια πριν την 7η Οκτωβρίου. [1]
Αξίζει να το δούμε:
- Το Ισραήλ θα διατηρούσε ως έδαφός του (όλη) την Ανατολική Ιερουσαλήμ, και τα συγκροτήματα εποικισμών στη Δυτική Όχθη.
- Η χάραξη των συνόρων θα λάμβανε υπόψη τις «ανησυχίες ασφαλείας» του Ισραήλ, και «την πραγματικότητα που δημιουργήθηκε μετά το 1967».
- Οι πρόσφυγες θα εγκατασταθούν (μόνο) εντός του μελλοντικού Παλαιστινιακού κράτους.
- Την περίοδο της διαπραγμάτευσης, το Ισραήλ θα διατηρούσε τη δυνατότητα να επεκτείνει υπάρχοντες εποικισμούς.
- Το Ισραήλ θα διατηρούσε τη δυνατότητα στρατιωτικής και αστυνομικής δράσης κατά την κρίση του, σε όλα τα μέλλοντα Παλαιστινιακά Εδάφη.
Στην επόμενη ισραηλινή Βουλή, ο Λάπιντ δεν θα έχει πια κεντρικό ρόλο. Έτσι κι αλλιώς, όπως δήλωνε στις 23.2.2026, η άποψή του είναι τώρα ότι: «υποστηρίζω ο,τιδήποτε διασφαλίζει στους Εβραίους μια μεγάλη, πλατιά και ισχυρή χώρα … Πόσο πλατιά; Όσο πλατύτερη γίνεται… Ο Σιωνισμός στηρίζεται στη Βίβλο, η εντολή μας για τη Γη του Ισραήλ πηγάζει από αυτή, τα βιβλικά όρια της Γης του Ισραήλ είναι ξεκάθαρα» [2]
Ο Έιζενκοτ, και η «μετριοπαθής» εκδοχή του εθνικισμού
Μεγαλύτερη σημασία έχουν πάντως οι απόψεις του Γκάζι Έιζενκοτ, κύριου διεκδικητή της πρωθυπουργίας απέναντι στον Νετανιάχου.
Στις 31.12.2020 , σε άρθρο του στη Yedioth Ahronoth, σημείωνε ότι «δεν πρέπει να συρθούμε σε Κράτος Δύο Λαών, πρέπει να επιδιώξουμε διαχωρισμό από τους Παλαιστίνιους» [3]
Τι είδους διαχωρισμό;
- Με συμφωνία των δύο πλευρών, αλλά όχι απαραίτητα.
- Βαθμιαία διαδικασία, υπό επιτήρηση.
- Με παράλληλη ισραηλινή διατήρηση (στη Δυτική Όχθη) «βασικών περιοχών εποικισμού», και με δημιουργία νέων.
- Με μόνιμη ισραηλινή παρουσία και στρατιωτικό έλεγχο στην Κοιλάδα του Ιορδάνη, που θα περιληφθεί στις «περιοχές εποικισμού».
Στο ίδιο άρθρο του 2020, για Συρία, Λίβανο και Ιράν ο Έιζενκοτ παραδεχόταν ότι «οι προκλήσεις είναι δύσκολες, αλλά δεν αποτελούν υπαρξιακή απειλή».
Αμφιβάλλω αν θα το επαναλάβανε σήμερα, παρά τη ριζική στρατιωτική αποδυνάμωση των αντιπάλων του Ισραήλ μέσα από 3 χρόνια συστηματικών επιθέσεων και εθνοκαθάρσεων.
Τι μπορούμε να περιμένουμε από τις εκλογές
Στα τωρινά ισραηλινά εκλογικά προγράμματα, Λύση Δύο Κρατών υποστηρίζουν μόνο οι δύο «αραβικοί» συνδυασμοί. Ακόμη και η παραδοσιακά ειρηνιστική (κεντρο) αριστερά των Δημοκρατικών, το θεωρεί «μη ρεαλιστικό για το ορατό μέλλον».
29% των Ισραηλινών Εβραίων εξακολουθούν πάντως να υποστηρίζουν κάποια μορφή διαπραγμάτευσης με τους Παλαιστινίους. [4]
Αν συνυπολογίζαμε και τους Παλαιστίνιους πολίτες (πάνω από 20% του πληθυσμού, αλλά με μηδενική πολιτική επιρροή), το συνολικό ποσοστό ξεπερνά το 43%: όλοι αυτοί, παραμένουν πρακτικά εκτός των βασικών αποφάσεων.
Αν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις, οι ισραηλινές εκλογές μπορούν να βγάλουν «καθαρό» νικητή μόνο αν η αντιπολίτευση αποδεχτεί κοινοβουλευτική στήριξη από τα Παλαιστινιακά κόμματα: κάτι που μέχρι στιγμής αποκλείει. Για το άμεσο μέλλον, κύριο διακύβευμα είναι στα εσωτερικά ζητήματα.
Στα υπόλοιπα, το μέγιστο που μπορούμε να περιμένουμε είναι μάλλον μια λιγότερο επιθετική ισραηλινή στάση στα ήδη ανοικτά πολιτικά και στρατιωτικά μέτωπα.
Τι θα ακύρωνε τα Δύο Κράτη
Μεσοπρόθεσμα, είναι λογικό να περιμένουμε διεθνή πίεση για επανέναρξη κάποιας μορφής διαπραγμάτευσης. Κάτι τέτοιο απαιτεί να έχουμε σαφή εικόνα για τα βασικά δεδομένα: τι μπορεί όντως να είναι Λύση Δύο Κρατών, και τι την ακυρώνει στην πράξη.
- Τα Παλαιστινιακά Εδάφη στα νόμιμα σύνορα του 1967 είναι λίγο πάνω από 6.000 τ.χλμ: περίπου όσο οι νομοί Αχαΐας και Ηλείας μαζί, για 5,5 εκατ. κατοίκων. Να προσθέσουμε άλλα 3 εκατ. από διπλανές χώρες, που θα μπορούν να επιστρέψουν ως πρόσφυγες.
- Τα σύνορα του 1967 δίνουν στους Παλαιστίνιους εδαφική συνέχεια (πλην Γάζας), επικοινωνία με τον έξω κόσμο μέσω Ιορδανίας, και την Ανατολική Ιερουσαλήμ ως φυσική πρωτεύουσα. Υδάτινοι πόροι και πεδινή αγροτική γη συγκεντρώνονται κυρίως στην Κοιλάδα του Ιορδάνη, το ανατολικότερο 25-30% των Παλαιστινιακών Εδαφών.
- Όλα αυτά αμφισβητούνται διαχρονικά από το Ισραήλ: από το Σχέδιο Αλλόν του 1967 [5] και τις προτάσεις Μπάρακ του 2000 [6] μέχρι το Σχέδιο Τραμπ-Κούσνερ του 2020. [7] Στο ίδιο πλαίσιο βλέπουμε και τις (παλιότερες) θέσεις των Λάπιντ και Έιζενκοτ. Εξαίρεση ήταν μόνο τα ισραηλινά σχέδια του 2001 και του 2007-8, που ανακλήθηκαν σύντομα μέσω ισραηλινών εκλογών.
Η ομοιότητα με τα (επίσης τυπικά ανεξάρτητα) Μπαντουστάν στη Νότια Αφρική επί απαρτχάιντ, είναι εντυπωσιακή:
- Χωρίς εσωτερική εδαφική συνέχεια, χωρίς σύνορα με τον έξω κόσμο, χωρίς τη φυσική τους πρωτεύουσα και χωρίς βασικούς υδάτινους πόρους και την κρισιμότερη αγροτική γη, ενδεχόμενο Παλαιστινιακό Κράτος θα μπορούσε να στραγγαλιστεί ανά πάσα στιγμή από το Ισραήλ ακόμη και χωρίς την παραμικρή στρατιωτική πίεση.
- Παλαιστινιακές πολιτικές για υδάτινους πόρους, μεγάλες υποδομές, θέματα ασφάλειας, μετακινήσεις πολιτών και τουρισμό, διακίνηση εμπορευμάτων και μεθοριακούς ελέγχους, θα μπορούσαν να υλοποιηθούν μόνο με σύμφωνη γνώμη του Ισραήλ.
Βασικές διαχρονικές συναινέσεις του ισραηλινού εθνικισμού, αντιστρατεύονται λοιπόν κάθε βιώσιμη Λύση Δύο Κρατών.
Οι Παλαιστίνιοι έχουν κάνει ήδη τον οδυνηρό (αλλά δυστυχώς άκαρπο) συμβιβασμό τους, με το Όσλο και την αποδοχή των συνόρων του 1967.
Κάθε σκέψη για επιπλέον συμβιβασμό «κάπου στη μέση», οδηγεί σε παγίωση καθεστώτος απαρτχάιντ μέσω μη βιώσιμου Παλαιστινιακού Κράτους.
Λύση Δύο Κρατών έχει λοιπόν νόημα, μόνο σε πλαίσιο στοιχειώδους διεθνούς νομιμότητας και μόνο αν την παίρνουμε όντως στα σοβαρά. Τα σύνορα του 1967 αδικούν ήδη κατάφωρα τους Παλαιστίνιους, αλλά τουλάχιστον στηρίζονται στο Διεθνές Δίκαιο.
Περιορισμένες εδαφικές ανταλλαγές, όπως στις συζητήσεις του 2008 και στο Σχέδιο Όλμερτ-Αλ Κίντουα του 2024 [8], μπορούν να διευκολύνουν λύσεις, εφόσον είναι έντιμες και δεν αναιρούν την Παλαιστινιακή εδαφική συνέχεια.
Υπάρχει δρόμος για ειρήνη και συνύπαρξη;
Μια τέτοια διεθνής διαδικασία μπορεί λογικά να επιταχυνθεί κυρίως μετά τις Προεδρικές του 2028 στις ΗΠΑ, εφόσον ηττηθεί ο τραμπισμός.
Βάση μπορεί να είναι η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης το 2024 για την πλήρη σύγκρουση της ισραηλινής κατοχής με το Διεθνές Δίκαιο [9], και η υιοθέτησή της με δεσμευτική πλειοψηφία από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ [10].
Συμπληρωματικά μπορούν να λειτουργήσουν οι αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής του ΟΗΕ το 2025, με βάση την τότε γαλλο-σαουδαραβική πρωτοβουλία [11].
Όλα αυτά, όμως, είναι ρεαλιστικά μόνο με καθαρή διεθνή πολιτική ήττα του ισραηλινού εθνικισμού, ώστε να μπορεί μια μετριοπαθής μελλοντική ηγεσία να υποχωρήσει από τις αξιώσεις του.
Μέχρι τότε, δεν υπάρχουν περιθώρια να χαλαρώσει η στοιχειώδης έστω διεθνής πίεση στο Ισραήλ. Ιδίως όσο αυτό συνεχίζει να αρνείται κάθε διάλογο για λύση, με διακομματική μάλιστα συναίνεση. Κι αυτό ισχύει ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της 27ης Οκτωβρίου.