του Πάρη Κακλαμάνου
συντονιστή θεματικής ομάδας οικονομίας ΠΡΑΣΙΝΟΙ – Οικολογία
Στο 5,4% σκαρφάλωσε ο πληθωρισμός στη χώρα μας τον Απρίλιο που μας πέρασε σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ (έναντι μ.ό. 3% στην ευρωζώνη). Σύμφωνα με δελτίου τύπου που εξέδωσε η ΕΛΣΤΑΤ οι κύριες αυξήσεις τιμών σημειώθηκαν στις ακόλουθες ομάδες αγαθών και υπηρεσιών:
– Στέγαση (ετήσια αύξηση 13,8%) λόγω αύξησης των τιμών σε ενοίκια κατοικιών, κόστους επισκευής και συντήρησης κατοικιών, τιμές ηλεκτρισμού, αερίου, πετρελαίου θέρμανσης, στερεών καυσίμων.
– Μεταφορές (ετήσια αύξηση 10,0%) λόγω αύξησης των τιμών σε καινούργια αυτοκίνητα, ανταλλακτικά και εξοπλισμό προσωπικής μεταφοράς, πετρέλαιο κίνησης, καύσιμα αυτοκινήτου (βενζίνη), συντήρηση και επισκευή εξοπλισμού προσωπικής μεταφοράς, εισιτήρια μεταφοράς επιβατών με το αεροπλάνο.
– Ξενοδοχεία – Καφέ – Εστιατόρια (ετήσια αύξηση 6,1%) λόγω αύξησης κυρίως των τιμών στα εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, ταχυφαγεία και τα κυλικεία.
– Διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά (ετήσια αύξηση 4,4%) λόγω αύξησης των τιμών σε ψωμί και άλλα προϊόντα αρτοποιίας, μοσχάρι, χοιρινό, αρνί και κατσίκι, πουλερικά, ψάρια και θαλασσινά, γαλακτοκομικά και αυγά, μαργαρίνη και άλλα φυτικά λίπη, φρούτα, λαχανικά, σοκολάτες, προϊόντα ζαχαροπλαστικής και καφέ.
– Ασφαλιστικές και χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες (ετήσια αύξηση 3,5%) λόγω αύξησης κυρίως των τιμών σε ασφάλιστρα υγείας και ασφάλιστρα οχημάτων.
Την ίδια στιγμή τα δημόσια αγαθά στη χώρα μας εμπορευματοποιούνται. Αυτό φαίνεται από το ποσοστό «μετακύλισης» των εξόδων για την υγεία και την παιδεία από το κράτος στους πολίτες. Στην υγεία, για παράδειγμα, οι άμεσες (out of pocket) πληρωμές των νοικοκυριών για το 2023 αντιστοιχούσαν στο 34,3% της συνολικής δαπάνης υγείας, σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας – υπερδιπλάσιο ποσοστό από τον μ.ό. των χωρών της ΕΕ (14,9%).
Όσο για το σύστημα παιδείας στην Ελλάδα, μπορεί να είναι τυπικά δημόσιο, αλλά στην πραγματικότητα φροντιστήρια και ιδιαίτερα μαθήματα καλούνται να συμπληρώσουν τα κενά της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του ΟΟΣΑ για την παιδεία «οι δαπάνες ανά μαθητή στην πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι χαμηλότερες από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, καθώς η Ελλάδα δαπανά 6 420 δολάρια ανά ισοδύναμο πλήρους φοίτησης μαθητή, σε σύγκριση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ που ανέρχεται σε 12 647 δολάρια». Επιπλέον, η παραπάνω έρευνα διαπίστωσε πως τα ελληνικά νοικοκυριά καλύπτουν το 21,7% των συνολικών δαπανών στην πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση, γεγονός που αντανακλά μεγαλύτερη εξάρτηση από την ιδιωτική χρηματοδότηση σε σύγκριση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, που ανέρχεται στο 9,9%.
Έτσι, ενώ το ΑΕΠ και οι ονομαστικοί μισθοί αυξάνονται στη χώρα μας, οι πολίτες βιώνουν οικονομική δυσφορία, γεγονός που αντανακλάται και στο δείκτη υποκειμενικής φτώχειας, σύμφωνα με τον οποίο το 67% των ανθρώπων στη Ελλάδα τα βγάζουν πέρα με δυσκολίες. Το συγκεκριμένο ποσοστό είναι μακράν το χειρότερο στην ΕΕ – στη γειτονική Βουλγαρία, για παράδειγμα, όπου οι ονομαστικοί μισθοί είναι χαμηλότεροι από την Ελλάδα, το ποσοστό υποκειμενικής φτώχειας κυμαίνεται στο 36%. Αξίζει να σημειωθεί πως ενώ το εν λόγω % στη Βουλγαρία μειώθηκε κατά 20 μονάδες σε σχέση με το 2018 (λόγω βελτίωσης των μακροοικονομικών μεγεθών), στην Ελλάδα η αντίστοιχη μείωση ήταν γύρω στο 7%. Με δύο λόγια, η όποια μακροοικονομική πρόοδος των τελευταίων ετών δεν έχει μεταφραστεί σε οικονομική ανακούφιση για τη μεγάλη μερίδα των ελληνικών νοικοκυριών.