Κείμενο (μετάφραση) της Heather Cox Richardson
Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο μετέφερε στα κυριακάτικα talk shows το μήνυμα της κυβέρνησης σχετικά με τα πλήγματα στη Βενεζουέλα. Δεν πήγε καλά.
Όταν ο Τζορτζ Στεφανόπουλος του This Week του ABC τον ρώτησε βάσει ποιας νομικής εξουσίας οι ΗΠΑ πρόκειται να «διοικήσουν» τη Βενεζουέλα, όπως είχε δεσμευτεί ο πρόεδρος Ντόναλντ Τζ. Τραμπ, ο Ρούμπιο χρησιμοποίησε πολλά λόγια, αλλά τελικά κατέφυγε στην ιδέα ότι “οι ΗΠΑ διαθέτουν οικονομική μόχλευση απέναντι στη Βενεζουέλα, επειδή μπορούν να κατάσχουν δεξαμενόπλοια πετρελαίου που βρίσκονται υπό κυρώσεις”. Η κατάσχεση πλοίων, υπέδειξε ο Ρούμπιο, θα δώσει στις ΗΠΑ τη δύναμη να εξαναγκάσουν την κυβέρνηση της Βενεζουέλας να κάνει ό,τι θέλει η Ουάσινγκτον. Πρόκειται για μήνυμα πολύ διαφορετικό από εκείνο που είχε μεταδώσει ο Τραμπ χθες, όταν ισχυρίστηκε ότι τα άτομα που στέκονταν πίσω του στη σκηνή —συμπεριλαμβανομένου του Ρούμπιο — θα «έτρεχαν» τη Βενεζουέλα.
Όταν ο Στεφανόπουλος ρώτησε τον Ρούμπιο αν πράγματι «διοικεί» τη Βενεζουέλα, ο Ρούμπιο επανέλαβε ότι οι ΗΠΑ απλώς ασκούν πίεση κατασχέτοντας δεξαμενόπλοια υπό κυρώσεις και είπε ότι συμμετέχει σε αυτές τις πολιτικές.
Όταν και η Κρίστεν Γουέλκερ του NBC στο Meet the Press τον ρώτησε αν «θα διοικήσει» τη Βενεζουέλα, ο Ρούμπιο φάνηκε εκνευρισμένος που «ο κόσμος κολλάει σε αυτό». «Να ποιο είναι το βασικό», είπε: «περιμένουμε να δούμε αλλαγές στη Βενεζουέλα». Ο ιστορικός Κέβιν Κρουζ σχολίασε: «Ναι, ο κόσμος κολλάει στο ότι ένας υπουργός του υπουργικού συμβουλίου αναλαμβάνει να “διοικήσει” ένα κυρίαρχο κράτος, επειδή ο πρόεδρος διεξήγαγε πόλεμο χωρίς έγκριση του Κογκρέσου και απήγαγε τον προηγούμενο ηγέτη. Παράξενο που στέκονται σε αυτό».
Όταν ο Στεφανόπουλος ρώτησε γιατί η κυβέρνηση θεωρεί ότι δεν χρειάζεται έγκριση του Κογκρέσου για τα πλήγματα, ο Ρούμπιο είπε ότι δεν απαιτείται, επειδή οι ΗΠΑ δεν εισέβαλαν ούτε κατέλαβαν άλλη χώρα. Η επίθεση, είπε, ήταν απλώς μια επιχείρηση επιβολής του νόμου για τη σύλληψη του Μαδούρο. Ο Ρούμπιο είπε κάτι παρόμοιο και χθες, αλλά ο Τραμπ υπονόμευσε αμέσως αυτό το επιχείρημα, δηλώνοντας ότι οι ΗΠΑ σκοπεύουν να καταλάβουν τα πετρελαϊκά κοιτάσματα της Βενεζουέλας και να «διοικήσουν» τη χώρα.
Πράγματι, αν τα πλήγματα ήταν επιχείρηση επιβολής του νόμου, οι αξιωματούχοι θα πρέπει να εξηγήσουν πώς σκοτώθηκαν τόσοι πολλοί άμαχοι, καθώς και μέλη των δυνάμεων ασφαλείας. Η Μαριάνα Μαρτίνες των New York Times ανέφερε σήμερα ότι ο αριθμός των νεκρών στην επιχείρηση έχει ανέλθει στους 80.
Ο Ρούμπιο τόνισε εκ νέου ότι η κυβέρνηση Τραμπ θέλει να ελέγχει το Δυτικό Ημισφαίριο και στη συνέχεια απείλησε την Κούβα. Ο Σάιμον Ρόζενμπεργκ του The Hopium Chronicles διατύπωσε το εξαιρετικά περιορισμένο όραμα της κυβέρνησης Τραμπ γράφοντας: «Πρέπει επίσης να θαυμάσουμε τη τιτάνια ηλιθιότητα του νέου μας “Δόγματος Ντονρόε”, γιατί μετατρέπει την Αμερική από παγκόσμια δύναμη σε περιφερειακή — από επιλογή. Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω ότι το προχωρούν αυτό, είναι τόσο απίστευτα τρελό και προκαλεί τόσο μεγάλη, διαρκή ζημιά στα συμφέροντά μας».
Λίγο αφότου ο Τραμπ είπε χθες στους δημοσιογράφους ότι η πρώην αντιπρόεδρος της Βενεζουέλας και νυν πρόεδρος, Ντέλσι Ροντρίγκες, είναι «ουσιαστικά πρόθυμη να κάνει ό,τι θεωρούμε απαραίτητο για να ξαναγίνει μεγάλη η Βενεζουέλα», η Ροντρίγκες απαίτησε την επιστροφή του Μαδούρο και δήλωσε ότι η Βενεζουέλα «δεν θα γίνει ποτέ ξανά αποικία καμίας αυτοκρατορίας, όποια κι αν είναι η φύση της». Πράγματι, η αμερικανική απομάκρυνση του Μαδούρο και οι απειλές να «διοικήσουν» τη Βενεζουέλα είναι πιθανότερο να ενισχύσουν την κυβέρνηση Μαδούρο παρά να την αποδυναμώσουν.
Σε τηλεφωνική συνομιλία με τον Μάικλ Σίρερ του The Atlantic, ο Τραμπ απείλησε τη Ροντρίγκες, λέγοντας ότι «αν δεν κάνει το σωστό, θα πληρώσει πολύ μεγάλο τίμημα, πιθανώς μεγαλύτερο από του Μαδούρο». Απόψε στο Air Force One, ο Τραμπ είπε στους δημοσιογράφους ότι οι ΗΠΑ, και όχι η Ροντρίγκες, έχουν τον έλεγχο της Βενεζουέλας.
Ο Τραμπ είπε επίσης στον Σίρερ ότι πράγματι σκοπεύει να συνεχίσει να επιβάλλει τον αμερικανικό έλεγχο στο Δυτικό Ημισφαίριο, λέγοντας: «Χρειαζόμαστε τη Γροιλανδία, απολύτως. Τη χρειαζόμαστε για την άμυνα». Η Γροιλανδία είναι μέρος του ΝΑΤΟ, πράγμα που σημαίνει ότι αποτελεί ήδη μέρος της εθνικής άμυνας των ΗΠΑ.
Παρότι κατέβηκε στις εκλογές με την ιδέα να αποσύρει τις ΗΠΑ από τις ξένες επεμβάσεις, ο Τραμπ αγκάλιασε την ιδέα της αλλαγής καθεστώτος στη Βενεζουέλα, λέγοντας στον Σίρερ: «Ξέρεις, η ανοικοδόμηση εκεί και η αλλαγή καθεστώτος, όπως κι αν το πεις, είναι καλύτερα από αυτό που έχεις τώρα. Δεν μπορεί να γίνει χειρότερα». Συνέχισε: «Η ανοικοδόμηση δεν είναι κακό πράγμα στην περίπτωση της Βενεζουέλας. Η χώρα έχει πάει κατά διαόλου. Είναι αποτυχημένη χώρα. Είναι μια εντελώς αποτυχημένη χώρα. Είναι μια καταστροφή από κάθε άποψη».
Στο Strength in Numbers, ο Τζ. Έλιοτ Μόρις σημείωσε ότι η στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα είναι ακόμη πιο αντιδημοφιλής στους Αμερικανούς «από τους δασμούς και τις περικοπές στην υγειονομική περίθαλψη του Τραμπ». Τον Σεπτέμβριο, μόνο το 16% των Αμερικανών ήθελε «αμερικανική εισβολή στη Βενεζουέλα», ενώ το 62% ήταν αντίθετο. Δημοσκόπηση του Δεκεμβρίου έδειξε ότι το 60% των πιθανών ψηφοφόρων αντιτίθεται στο «να σταλούν αμερικανικά στρατεύματα στη Βενεζουέλα για την απομάκρυνση του προέδρου Μαδούρο από την εξουσία». Μόνο το 33% το ενέκρινε. Ακόμη και η υποστήριξη για πλήγματα εναντίον μικρών σκαφών στην Καραϊβική δεν συγκέντρωσε πλειοψηφία: το 53% ήταν αντίθετο και μόλις το 42% υπέρ.
«Μέχρι τη στιγμή που οι αμερικανικές δυνάμεις πάτησαν βενεζουελανικό έδαφος νωρίς το πρωί του Σαββάτου», γράφει ο Μόρις, «ο Τραμπ είχε ήδη χάσει την κοινή γνώμη».
Ωστόσο, αξιωματούχοι της κυβέρνησης πλέον δεν φαίνεται να ενδιαφέρονται για το τι θέλει ο αμερικανικός λαός, συγκεντρώνοντας απλώς την εξουσία στα δικά τους χέρια προς όφελος των ίδιων και των ημετέρων τους, ποντάροντας ότι οι Ρεπουμπλικανοί πολιτικοί θα συνταχθούν και ότι οι πολίτες δεν θα αντιδράσουν αρκετά ώστε να αναγκάσουν αλλαγή πορείας. Η άρνηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης να υπακούσει στη σαφή κατεύθυνση του Νόμου Διαφάνειας για τους Φακέλους Έπσταϊν φαίνεται ότι υπήρξε δοκιμή της αποφασιστικότητας του Κογκρέσου — και μέχρι στιγμής είναι ένα στοίχημα που η κυβέρνηση φαίνεται να κερδίζει.
Ο Μόρις σημειώνει ότι δημοσκόπηση του CBS τον Δεκέμβριο έδειξε πως το 75% των Αμερικανών, συμπεριλαμβανομένου του 58% των Ρεπουμπλικανών, γνώριζε σωστά ότι ο πρόεδρος πρέπει να λάβει έγκριση από το Κογκρέσο πριν προβεί σε στρατιωτική δράση κατά της Βενεζουέλας. Ο πρόεδρος δεν έλαβε αυτή την έγκριση. Σύμφωνα με τον νόμο, ο πρόεδρος οφείλει να ενημερώσει την «Ομάδα των Οκτώ» πριν από στρατιωτικά πλήγματα· αν όμως μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης το εμποδίσει, πρέπει να την ενημερώσει εντός 48 ωρών. [Η «Ομάδα των Οκτώ» αποτελείται από τους κορυφαίους ηγέτες και των δύο κομμάτων και στα δύο σώματα του Κογκρέσου, καθώς και από τους πικεφαλής και των δύο κομμάτων στις Επιτροπές Πληροφοριών της Βουλής και της Γερουσίας.]
Ο βουλευτής Τζιμ Χάιμς (Δ-Κονέκτικατ), ο οποίος ως επικεφαλής μειοψηφίας της Επιτροπής Πληροφοριών της Βουλής είναι μέλος της «Ομάδας των Οκτώ», είπε σήμερα το πρωί στο CBS και στη Μάργκαρετ Μπρέναν ότι ούτε ο ίδιος ούτε ο αρχηγός της μειοψηφίας της Βουλής και επίσης μέλος της «Ομάδας των Οκτώ», Χακίμ Τζέφρις (Δ-Νέα Υόρκη), είχαν ενημερωθεί για τα πλήγματα. Ο Χάιμς είπε: «Χάρηκα που άκουσα ότι ο Τομ Κότον, πρόεδρος της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας, βρίσκεται σε τακτική επαφή με την κυβέρνηση. Εγώ δεν είχα καμία επικοινωνία και κανένας Δημοκρατικός, απ’ όσο γνωρίζω, δεν είχε απολύτως καμία. Φαίνεται λοιπόν ότι ζούμε πλέον σε έναν κόσμο όπου η νομική υποχρέωση ενημέρωσης του Κογκρέσου ισχύει μόνο για το κόμμα σου – πράγμα πραγματικά αξιοσημείωτο».
Ο αρχηγός της μειοψηφίας της Γερουσίας, Τσακ ΣούΣούμερημοκ – Νέα Υόρκη) – επίσης μέλος της «Ομάδας των Οκτώ» – είπε στους δημοσιογράφους ότι ούτε εκείνος είχε ενημερωθεί και ότι η κυβέρνηση είχε σκόπιμα παραπλανήσει το Κογκρέσο σε τρεις απόρρητες ενημερώσεις πριν από τα πλήγματα. Σε αυτές, οι αξιωματούχοι διαβεβαίωναν τους νομοθέτες ότι η κυβέρνηση δεν σχεδίαζε στρατιωτική δράση στη Βενεζουέλα και δεν επιδίωκε αλλαγή καθεστώτος. «Τους κράτησαν όλους στο απόλυτο σκοτάδι», είπε.
Παρόλα αυτά, ο Χάιμς είπε στη Μπρέναν ότι πιστεύει πως η «βενεζουελανική περιπέτεια» του Τραμπ δεν θα πάει καλά: «Βρισκόμαστε στη φάση της ευφορίας… της γενικής παραδοχής ότι ο Μαδούρο ήταν κακός και ότι ο στρατός μας είναι απολύτως εκπληκτικός. Αυτή είναι ακριβώς η ευφορία που νιώσαμε το 2002 όταν ο στρατός μας ανέτρεψε τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, το 2003 όταν εξουδετέρωσε τον Σαντάμ Χουσεΐν, και το 2011 όταν βοηθήσαμε στην απομάκρυνση του Μουαμάρ Καντάφι στη Λιβύη. Αυτοί ήταν, παρεμπιπτόντως, πολύ, πολύ χειρότεροι άνθρωποι από τον Μαδούρο, και η Βενεζουέλα δεν υπήρξε ποτέ σημαντική απειλή για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Αλλά βρισκόμαστε στη φάση της ευφορίας. Και αυτό που μάθαμε την επόμενη μέρα είναι ότι είναι πολύ πιο εύκολο να διαλύσεις μια χώρα απ’ ό,τι να κάνεις αυτό που υποσχέθηκε ο πρόεδρος, δηλαδή να τη “διοικήσεις”… Ας αφήσουμε τους Ρεπουμπλικανούς συναδέλφους μου να απολαύσουν τη μέρα της ευφορίας τους, αλλά θα ξυπνήσουν αύριο το πρωί γνωρίζοντας τι; Θεέ μου, δεν υπάρχει κανένα σχέδιο εδώ, όπως ακριβώς δεν υπήρχε στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ ή στη Λιβύη».
Ο βουλευτής Τεντ Λιού (Δ-Καλιφόρνια) ήταν πιο ευθύς: «Η επίθεση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα είναι παράνομη», έγραψε. «Το Κογκρέσο δεν ενέκρινε ποτέ αυτή τη χρήση στρατιωτικής ισχύος. Θα ψηφίσω για να τη σταματήσω. Αυτό είναι τρέλα. Τα κόστη υγειονομικής περίθαλψης και οι τιμές των τροφίμων εκτοξεύονται. Η απάντηση του Τραμπ είναι ότι θα “διοικήσουμε” μια άλλη χώρα. Παράνοια».
👉Η Heather Cox Richardson είναι ιστορικός, καθηγήτρια Ιστορίας στο Boston College, ειδική στην αμερικανική πολιτική ιστορία του 19ου και 20ού αιώνα