Συμφωνία ΕΕ–Mercosur: τι σημαίνει για το κλίμα και το περιβάλλον;

Συμφωνία ΕΕ–Mercosur: τι σημαίνει για το κλίμα και το περιβάλλον;

Από τον τοίχο του @Climatebook.gr

Η εμπορική συμφωνία ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις χώρες της Mercosur, δηλαδή τη Βραζιλία, την Αργεντινή, την Παραγουάη και την Ουρουγουάη, έχει πλέον εγκριθεί σε πολιτικό επίπεδο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται κυρίως στο αν η συμφωνία θα αυξήσει τις εκπομπές από τις μεταφορές ή αν απειλεί τους Ευρωπαίους αγρότες. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες κρίσιμες περιβαλλοντικές πτυχές που έμειναν στο περιθώριο.

Πρώτον, η συμφωνία δεν δημιουργεί νέο εμπόριο από το μηδέν, αλλά ενισχύει και σταθεροποιεί υφιστάμενες ροές. Η Ευρώπη ήδη εισάγει μεγάλες ποσότητες ζωοτροφών, κρέατος και αγροτικών προϊόντων από τη Νότια Αμερική. Αυτό σημαίνει ότι το βασικό ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει εμπόριο, αλλά πώς θα παραχθούν αυτά τα προϊόντα στο εξής. Η συμφωνία λειτουργεί ως οικονομικό σήμα: επιβραβεύει την αύξηση της παραγωγής συγκεκριμένων αγαθών, ανεξάρτητα από το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα.

Δεύτερον, ένα θέμα που σπάνια αναφέρεται είναι ότι οι μεγαλύτερες κλιματικές επιπτώσεις δεν είναι άμεσες, αλλά έμμεσες. Δεν προκύπτουν μόνο από εργοστάσια ή πλοία, αλλά από αλλαγές στη χρήση γης. Όταν η ζήτηση για βοδινό κρέας ή σόγια αυξάνεται, η πίεση μεταφέρεται στα δάση, στις σαβάνες και στους υγροτόπους της Νότιας Αμερικής. Η απώλεια αυτών των οικοσυστημάτων επιταχύνει την κλιματική αλλαγή σε παγκόσμιο επίπεδο.

Τρίτον, η συμφωνία δεν περιλαμβάνει μηχανισμούς αυτόματης παρέμβασης σε περίπτωση περιβαλλοντικής ζημιάς. Αν η αποψίλωση αυξηθεί ή αν παραβιαστούν περιβαλλοντικοί νόμοι, δεν ενεργοποιούνται αυτόματα κυρώσεις ή αναστολές εμπορίου. Όλα βασίζονται στη συνεργασία, στον διάλογο και στην πολιτική βούληση, στοιχεία που, όπως δείχνει η εμπειρία, συχνά καθυστερούν ή αποδυναμώνονται.

Τέταρτον, ένα ακόμη στοιχείο που σχεδόν απουσιάζει από τη δημόσια συζήτηση είναι το τι εξάγει η Ευρώπη μέσω της συμφωνίας. Η μείωση των εμπορικών φραγμών διευκολύνει τις ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες να πουλήσουν περισσότερα αυτοκίνητα στη Λατινική Αμερική. Αυτό συχνά παρουσιάζεται ως οικονομική επιτυχία, όμως έχει και μια λιγότερο ορατή κλιματική διάσταση. Περισσότερα αυτοκίνητα σημαίνουν περισσότερη κατανάλωση καυσίμων και περισσότερες εκπομπές για πολλά χρόνια, σε χώρες όπου οι δημόσιες μεταφορές και οι καθαρές εναλλακτικές δεν είναι ακόμη ανεπτυγμένες. Έτσι, ενώ η Ευρώπη εμφανίζεται να μειώνει σταδιακά τις δικές της εκπομπές, ένα μέρος του περιβαλλοντικού κόστους μεταφέρεται αλλού, χωρίς να μειώνεται το συνολικό αποτύπωμα στο παγκόσμιο κλίμα.

Εν κατακλείδι, υπάρχει μια λιγότερο ορατή αλλά ουσιαστική διάσταση: η μεταφορά της ευθύνης. Μέσω της συμφωνίας, η Ευρώπη συνεχίζει να καταναλώνει προϊόντα υψηλού περιβαλλοντικού κόστους, ενώ οι μεγαλύτερες οικολογικές επιπτώσεις παραμένουν εκτός των ευρωπαϊκών συνόρων. Έτσι, οι εκπομπές και η καταστροφή οικοσυστημάτων «εξάγονται», χωρίς να εξαφανίζονται.

Αξίζει να διευκρινιστεί ότι, παρά την πολιτική συμφωνία που έχει επιτευχθεί, η συμφωνία ΕΕ–Mercosur δεν έχει ακόμη αποκτήσει πλήρη νομική ισχύ. Δεν έχει εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ούτε από όλα τα εθνικά κοινοβούλια των κρατών-μελών και παραμένει σε φάση διαπραγματευτικής ολοκλήρωσης και επανεπεξεργασίας. Αυτό σημαίνει ότι οι τελικές αποφάσεις δεν έχουν ακόμη ληφθεί και ότι υπάρχει ακόμη περιθώριο δημόσιου διαλόγου και πολιτικής πίεσης, ώστε οι περιβαλλοντικές και κλιματικές διαστάσεις της συμφωνίας να ληφθούν σοβαρά υπόψη πριν αυτή εφαρμοστεί στην πράξη.

Posted on 13/01/2026 in Δελτία Τύπου

Share the Story

Back to Top