Με το που υπήρξαν τα πρώτα σημάδια ενός νέου κύκλου διπλωματικής έντασης με την Τουρκία, αμέσως υπήρξαν και όλες οι σχετικές δηλώσεις, ανακοινώσεις, και «διαρροές» για το πώς η χώρα μας απαντά μέσα από την πολιτική των στρατηγικών συμμαχιών της, πρωτίστως δε μέσα από την ενίσχυση της στρατηγικής σχέσης με το Ισραήλ.

Το φαινόμενο δεν είναι τωρινό. Ήδη από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας εμπεδώθηκε, με τρόπο συστηματικό, η αντίληψη ότι το Ισραήλ είναι μια δύναμη που μπορεί να αναχαιτίσει τις περιφερειακές βλέψεις της Τουρκίας, άρα και να τιθασεύσει την όποια επιθετικότητά της απέναντι στη χώρα μας.

Στηρίχτηκε αυτή η ρητορική πάνω στην επιδείνωση των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων περίπου την ίδια περίοδο, με αφετηρία τις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα το 2008 και τον λεκτικό διαξιφισμό Ερντογάν στο Νταβός το 2009 και, έναν χρόνο μετά, την Ισραηλινή στρατιωτική επιχείρηση κατά του τουρκικού πλοίου αλληλεγγύης στη Γάζα Mavi Marmara, ουσιαστικά σε μια παραλλαγή της αρχής «ο εχθρός του εχθρού μου, είναι ο δικός μου φίλος».

Αργότερα, αυτό πήρε μορφές αμυντικής συνεργασίας, με πρωτοβουλία των ελληνικών κυβερνήσεων και κλιμακώθηκε ακόμη περισσότερο από την τρέχουσα κυβέρνηση, αυτή της Νέας Δημοκρατίας, που έχει κρατήσει μία από τις πιο φιλοϊσραηλινές στάσεις μέσα σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, έχοντας πρακτικά νομιμοποιήσει τη γενοκτονία στη Γάζα, με υπουργούς της κυβέρνησης, όπως ο Άδωνις Γεωργιάδης, να έχουν προχωρήσει σε επανειλημμένες δηλώσεις θαυμασμού για το Ισραήλ.

Οι θιασώτες της άποψης αυτής υποστηρίζουν ότι στα «εθνικά θέματα» δεν χωρούν ηθικές αποτιμήσεις ή συναισθηματισμοί, παρά μόνο ο συσχετισμός δύναμης, και ότι ακόμη και εάν θεωρηθούν καταδικαστέες οι πρακτικές του Ισραήλ, εντούτοις παραμένει η αναγκαιότητα της στρατηγικής σχέσης όσο υπάρχει ο «εξ ανατολών κίνδυνος».

Βεβαίως, μια πιο προσεκτική αποτίμηση των εξελίξεων την ίδια περίπου περίοδο θα δείξει ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Μέχρι τώρα η «στρατηγική σχέση» με το Ισραήλ μάλλον δεν έχει αποτρέψει την Τουρκία από το να έχει μια εμφανώς «αναθεωρητική» άποψη σε σχέση με κρίσιμα ζητήματα, ούτε έχει περιορίσει τις προβολές ισχύος που κατά καιρούς κάνει.

Για την ακρίβεια όλη αυτή τη περίοδος συμπίπτει με μια σχετική αναβάθμιση της θέσης της Τουρκίας, που, παρά τις αντιφάσεις του οικονομικού μοντέλου ανάπτυξής της, έχει καταφέρει να έχει μια αναβαθμισμένη παρουσία στην ευρύτερη περιοχή, να έχει προνομιακή σχέση με τη νέα πολιτική κατάσταση στη Συρία, να έχει κινηθεί αποφασιστικά προς μια ευνοϊκή για αυτή επίλυση του Κυπριακού, να έχει καλές σχέσεις και με τη Ρωσία και με την Ουκρανία, να έχει επενδύσει στο κλίμα αλληλεγγύης με την Παλαιστίνη (χωρίς να έχει διακόψει πλήρως τις οικονομικές σχέσεις με το Ισραήλ), να έχει επιδιορθώσει σε σημαντικό βαθμό τις σχέσεις με την Αίγυπτο, να διατηρεί σημαντική παρουσία στη Λιβύη και να είναι εκ των ρυθμιστών των εξελίξεων εκεί, και βέβαια πρόσφατα να έχει προχωρήσει στην ανακοίνωση του αμυντικού συμφώνου με το Πακιστάν και τη Σαουδική Αραβία.

Συγκριτικά, η χώρα μας στην ίδια περίοδο, πέρασε μέσα από την τραυματική εμπειρία της χρεοκοπίας, της μεγάλης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης και των μνημονίων, όπως και της επιβολής μιας συνθήκης μειωμένης κυριαρχίας από τους δανειστές, μια υποβάθμιση της θέσης της εντός της Ευρωπαϊκής Ένωση, τουλάχιστον ως προς κρίσιμους οικονομικούς δείκτες, και πλέον ένα «αναπτυξιακό υπόδειγμα» που δεν προκρίνει τους κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας, αλλά στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στον τουρισμό και το real estate.

Όμως, παρ’ όλα αυτά, μήπως έχει βάση η θεωρία του αντίβαρου στην Τουρκία; Εδώ οι θιασώτες αυτών των απόψεων κυρίως αναφέρονται στην ελπίδα του ότι το Ισραήλ θα θεωρήσει ότι η Τουρκία είναι μια χώρα που διεκδικώντας αναβαθμισμένο ρόλο στη Μέση Ανατολή αποτελεί ανταγωνιστή του και άρα θα τη βάλει στο στόχαστρο, ελπίδα που τροφοδοτείται και από κατά καιρούς κινήσεις του Ισραήλ, πιο πρόσφατα στη Συρία.

Ωστόσο, την ίδια στιγμή είναι σαφές ότι ακόμη και εάν το Ισραήλ θεωρήσει ότι πρέπει να «κοντύνει» τον ρόλο της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή, δύσκολα θα μπορούσε να κλιμακώσει την αντιπαράθεση με μια χώρα που είναι μεγάλη, είναι μέλος του ΝΑΤΟ και έχει τις δεύτερες σε μέγεθος ένοπλες δυνάμεις. Η Τουρκία δεν είναι Λίβανος, για να το πούμε πιο απλά. Εκτός και εάν στο πλαίσιο ενός στρεβλού «πατριωτισμού» κάποιου οραματίζονται ισραηλινές επιχειρήσεις «αποσταθεροποίησης» της Τουρκίας. Για την ιστορία πάντως η περίοδος που οι τουρκοϊσραηλινές σχέσεις ήταν καλές, ήταν και αυτές που κατεξοχήν διαμορφώθηκε ο τουρκικός «αναθεωρητισμός».

Επιπλέον, το Ισραήλ δεν είναι μια χώρα η οποία έχει κάποιο όραμα για την ευρύτερη περιοχή, ή κάποια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας. Η στρατηγική του στηρίζεται στην κατοχύρωση της δικής του ασφάλειας, που στην πράξη σημαίνει να μπορεί να συνεχίζει τις πρακτικές γενοκτονίας και εθνοκάθαρσης σε βάρος των Παλαιστινίων, τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Λίβανο, τη στρατιωτική πίεση στη Συρία και βεβαίως την πίεση προς τις ΗΠΑ για κλιμάκωση της ένοπλης αντιπαράθεσης με το Ιράν, καθώς εξακολουθεί να θεωρεί την Ισλαμική Δημοκρατία ως την κατεξοχήν δύναμη που αποτελεί απειλή.

Σε μεγάλο βαθμό το Ισραήλ θεωρεί «ασφάλεια» το να έχει ασυλία από τους συμμάχους του ως τη συνεχή και συστηματική «διαχείριση της αποσταθεροποίησης» στην ευρύτερη περιοχή.

Αυτό έγινε ακόμη πιο έντονο το τελευταίο διάστημα όταν έγινε σαφές ότι το Ισραήλ όχι μόνο δεν επιθυμεί κάποιου είδους ειρηνικό διακανονισμό στη ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, αλλά αντιθέτως επιδιώκει την συστηματική πολεμική ανάφλεξη, πιέζοντας και τις ΗΠΑ σε αυτή την κατεύθυνση, όπως φάνηκε με τον πόλεμο στο Ιράν, έναν πόλεμο που ήδη έχει πολύ μεγάλο αρνητικό αντίκτυπο στην παγκόσμια οικονομία και τον οποίο κατεξοχήν επεδίωξε το Ισραήλ στο πλαίσιο της στρατηγικής να παραμένει ο αναντικατάστατος σύμμαχος της Δύσης μέσα σε μια αποσταθεροποιημένη και «εύφλεκτη» Μέση Ανατολή.

Δύσκολα, μπορούμε να δούμε σε αυτό το πλαίσιο κάποιου είδους πίεση ή παρέμβαση, στη βάση του διεθνούς δικαίου σε ζητήματα όπως τα ελληνοτουρκικά. Επιπροσθέτως, μια ισραηλινή επιθετικότητα προς την Τουρκία δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι θα την αποδυναμώσει, αντιθέτως θα μπορούσε και να την αναβαθμίσει στα μάτια ευρύτερων μαζών στη Μέση Ανατολή.

Όμως, σκιά στην υποτίθεται αυτονόητη ανάγκη για τη «στρατηγική σχέση» ρίχνουν και μια σειρά επιπλέον παράμετροι.

Η πρώτη είναι ότι το Ισραήλ παραμένει μια χώρα η οποία εξακολουθεί να κατέχει παράνομα εδάφη, στη Γάζα, τη Δυτική Όχθη και τα υψίπεδα του Γκολάν, την ώρα που υποτίθεται ότι στα εθνικά θέματα της Ελλάδας περιλαμβάνεται, έστω και με την ευρεία έννοια, η παράνομη κατοχή εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία, αλλά και η αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας στις «γκρίζες ζώνες» και συνολικά των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Η δεύτερη είναι ότι το Ισραήλ σε πάρα πολλές όψεις της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής του παραβιάζει συνειδητά το διεθνές δίκαιο, πρακτικά από τη γενέθλια στιγμή της άρνησης των συνόρων της απόφασης του ΟΗΕ το 1948, στη Νάκμπα και τον πρώτο ξεριζωμό Παλαιστινίων, στον πόλεμο του 1967, στη συνειδητή υπονόμευση των συμφωνιών του Όσλο, στον συνεχιζόμενο παράνομο αποκλεισμό της Γάζας και βεβαίως στην συστηματική άρνηση του δικαιώματος των Παλαιστινίων στην κρατική υπόσταση, με αποκορύφωμα τη γενοκτονική βία στη Γάζα και τις πρακτικές εθνοκάθαρσης – και παράνομου εποικισμού σήμερα.

Η τρίτη παράμετρος είναι το ίδιο το γεγονός μιας γενοκτονίας, όπως και οι διεθνείς οργανισμοί αναγνωρίζουν, που αυτή τη στιγμή έχει κινητοποιήσει όχι μόνο τον Παγκόσμιο Νότο αλλά και σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης στον Παγκόσμιο Βορά.  Δηλαδή, η ταύτιση της χώρας μας – όπως και άλλων δυτικών χωρών – με πρακτικές που μόνο ως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας μπορούν να περιγραφούν, σημαίνει στην πραγματικότητα μια σημαντική απώλεια κύρους στη διεθνή κοινή γνώμη, πέραν όλων των σοβαρών ζητημάτων ηθικής που υπάρχουν.

Πέραν όλων αυτών, υπάρχει κάτι συνολικότερο. Σε ποιο όραμα για την Ελλάδα, την Ευρώπη, τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και τη Δυτική Ασία αναλογεί αυτή η επιμονή στη συμμαχία με το Ισραήλ; Στην πραγματικότητα το μόνο «αφήγημα» στο οποίο μπορεί να ενταχθεί είναι αυτό όπου η χώρα μας, ως «προκεχωρημένο φυλάκιο» της Ευρώπης και της Δύσης, μαζί με το Ισραήλ θα αντιμάχονται διαρκώς «εχθρούς» σε ένα περιβάλλον διαρκούς αποστασιοποίησης, που ταυτόχρονα θα οδηγεί σε ένα ευρύτερο αναπροσανατολισμό συμμαχιών και συνεργασιών στην ευρύτερη περιοχή της Ευρασίας και στις οποίες η Τουρκία θα αποκτά διαρκώς πιο αναβαθμισμένο ρόλο, την ώρα που οι σχέσεις της χώρας μας με αυτό το φάσμα χωρών, με λίγες εξαιρέσεις όπως τα ΗΑΕ, θα επιδεινώνονται διαρκώς. Συνολικά, μια προοπτική που μόνο θετική δεν μπορεί να θεωρηθεί.

Τελευταία παρατήρηση, όλα τα παραπάνω μοιράζονται την εκτίμηση των θιασωτών της «στρατηγικής συμμαχίας» περί της ισχύος του Ισραήλ. Φαινομενικά αυξήθηκε το τελευταίο διάστημα, πρωτίστως μέσα από τα χτυπήματα που υποτίθεται ότι κατάφερε σε βάρος των δυνάμεων και κινημάτων του «Άξονα της Αντίστασης». Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ανάγνωση δείχνει τα όρια και μιας τέτοιας εκτίμησης. Το τελευταίο διάστημα, ιδίως μετά την αποτυχία της στρατηγικής για αποσταθεροποίηση και κατάρρευση της Ισλαμικής Δημοκρατίας, έχουν φανεί και τα όρια της ισχύος του κράτους του Ισραήλ: οι μεγάλες εσωτερικές αντιφάσεις της ισραηλινής κοινωνίας, τις οποίες επιτείνει η άνοδος της Ακροδεξιάς, η συνεχιζόμενη εξάρτηση από τις ΗΠΑ αλλά και η διαφαινόμενη ρήξη με σημαντικό μέρος της Διασποράς, που αρνείται να ταυτίσει την εβραϊκότητα με τη γενοκτονία, σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος των παρατεταμένων πολεμικών εμπλοκών, δείχνουν ότι το φρούριο δεν είναι μεσοπρόθεσμα βιώσιμο.

H στρατηγική σχέση με το Ισραήλ αποτελεί αυτή τη στιγμή το πραγματικό στρατηγικό όριο και αδιέξοδο μιας ελληνικής εξωτερικής πολιτικής εγκλωβισμένης σε μια εκδοχή «δυτικής» εξωτερικής πολιτικής και μιας διαρκούς αμηχανίας απέναντι στην αντικειμενική αναβάθμιση της Τουρκίας που ως αποτέλεσμα γεννά μια αδυναμία επίγνωσης και των πραγματικών κινδύνων και των πραγματικών δυναμικών στον σύγχρονο κόσμο. Με ορατό τον κίνδυνο παραμονής σε ένα φαύλο κίνδυνο όπου η πραγματική υποβάθμιση της χώρας θα συνδυάζεται με τη διαρκή νομιμοποίηση της βαναυσότητας των προνομιακών συμμάχων της.