Είναι ένα γνωστό το πρόβλημα. Σε κάποια διαμερισματα, συνήθως πολύ υποβαθμισμένα, αναγκάζονται να μείνουν πολλοί μετανάστες και πρόσφυγες μαζί πληρώνοντας υψηλό ενοίκιο. Η κυβέρνηση αντί να δώσει στεγαστική λύση, επιδιώκει να δώσει αστυνομική λύση, εκδιώκοντας ή συλλαμβάνονας τους μετανάστες!!! Διόλου όμως δεν την νοιάζει αν έτσι μένουν σε ακόμα χειρότερη κατάσταση, άστεγοι δηλ
Από ανάρτηση του δικηγόρου Βασίλη Σωτηρόπουλου
Ευθέως αντίθετη στο δίκαιο της ΕΕ η εξαγγελθείσα νομοθετική διάταξη Χρυσοχοΐδη για απαγόρευση μίσθωσης ακίνητων σε μετανάστες.
Μόλις πριν από δέκα μήνες, στις 18 Δεκεμβρίου 2025, η Ολομέλεια του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε μια εξαιρετικά σημαντική απόφαση για την απαγόρευση των διακρίσεων στη στέγαση μεταναστών. Με την απόφαση στην υπόθεση C-417/23, Slagelse Almennyttige Boligselskab κ.λπ. το Δικαστήριο έκρινε ότι εθνική νομοθεσία η οποία επιβάλλει περιορισμούς στην κατοικία με κριτήρια συνδεόμενα με την εθνοτική καταγωγή των κατοίκων συνιστά άμεση διάκριση, εφόσον αποδεικνύεται ότι η καταγωγή αποτέλεσε τη βάση της δυσμενούς μεταχείρισης, ή έμμεση διάκριση, εφόσον προκαλεί ιδιαίτερο μειονέκτημα σε συγκεκριμένες εθνοτικές ομάδες χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις αντικειμενικής δικαιολόγησης.
Αυτό ακριβώς το νομικό ζήτημα επαναφέρει σήμερα στην Ελλάδα ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, εξαγγέλλοντας νομοθετική απαγόρευση μισθώσεων και υπομισθώσεων κατοικιών στις οποίες διαμένουν μετανάστες και αστυνομικές επιχειρήσεις για την απομάκρυνσή τους.
Το ζήτημα έχει, συνεπώς, ήδη εξεταστεί από το ανώτατο δικαιοδοτικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κυβέρνηση οφείλει να γνωρίζει ότι η στέγαση των μεταναστών προστατεύεται από το ενωσιακό δίκαιο κατά των διακρίσεων και ότι δεν μπορεί να νομοθετεί σαν να μην υπάρχει η σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία και νομολογία. Εξάλλου το απαγορεύει και ο ν.4443/2016 που ενσωματώνει στο εθνικό δίκαιο την Οδηγία 2000/43/ΕΚ για τις διακρίσεις, η οποία θεσπίστηκε όταν Επίτροπος Εργασίας ήταν η Άννα Διαμαντοπούλου!
Θα βγει άραγε η κ. Διαμαντοπούλου να υπερασπιστεί το ενωσιακό νομοθέτημα της;
Τι έκρινε η Ολομέλεια του Δικαστηρίου της ΕΕ το 2025:
Η υπόθεση C-417/23 αφορούσε τη νομοθεσία της Δανίας για τις περιοχές κοινωνικής κατοικίας στις οποίες το ποσοστό μεταναστών από μη δυτικές χώρες και των απογόνων τους υπερέβαινε το 50%.
Η δανική νομοθεσία επέβαλλε την κατάρτιση σχεδίων μείωσης του αριθμού των κοινωνικών κατοικιών στις συγκεκριμένες περιοχές, με αποτέλεσμα τη λύση υφιστάμενων μισθώσεων και την απώλεια της κατοικίας για ορισμένους ενοίκους.
Οι ενδιαφερόμενοι προσέφυγαν στη δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας ότι η νομοθεσία εισήγαγε απαγορευμένες διακρίσεις λόγω εθνοτικής καταγωγής.
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με απόφαση της Ολομέλειάς του, έκρινε ότι η συγκεκριμένη νομοθεσία συνιστά άμεση διάκριση κατά το άρθρο 2 παρ. 2 στοιχείο α΄ της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ, εφόσον διαπιστωθεί ότι θεσπίστηκε με βάση την εθνοτική καταγωγή της πλειονότητας των κατοίκων και ότι συνεπάγεται δυσμενέστερη μεταχείρισή τους σε σύγκριση με τους κατοίκους αντίστοιχων περιοχών.
Περαιτέρω, έκρινε ότι μπορεί να συνιστά έμμεση διάκριση κατά το άρθρο 2 παρ. 2 στοιχείο β΄, εάν, παρά την εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διατύπωσή της, θέτει συγκεκριμένες εθνοτικές ομάδες σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση και δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της αναλογικότητας.
Η τελική διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων αυτών ανατέθηκε στο εθνικό δικαστήριο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η δανική κυβέρνηση επικαλέστηκε σκοπούς κοινωνικής συνοχής, ένταξης και στεγαστικής πολιτικής. Το Δικαστήριο, όμως, υπήγαγε και αυτά τα μέτρα στον έλεγχο της απαγόρευσης των διακρίσεων, επισημαίνοντας συγχρόνως τη σημασία του θεμελιώδους δικαιώματος στον σεβασμό της κατοικίας, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η απόφαση αυτή αποτελεί πλέον το ευρωπαϊκό νομολογιακό πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να αξιολογηθεί οποιαδήποτε ελληνική νομοθετική πρωτοβουλία που περιορίζει την πρόσβαση μεταναστών στη στέγη.
Τι εξήγγειλε σήμερα ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης
Στη σημερινή συνέντευξή του στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ, ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη αναφέρθηκε σε διαμερίσματα του κέντρου της Αθήνας, στα οποία, σύμφωνα με τις δηλώσεις του, συγκεντρώνονται έως και τριάντα μετανάστες, καταβάλλοντας ημερήσιο αντάλλαγμα για τη διανυκτέρευσή τους.
Ο Υπουργός ανακοίνωσε την πρόθεση της κυβέρνησης να θεσπίσει νομοθετική απαγόρευση των σχετικών μισθώσεων και υπομισθώσεων, συνδέοντας την εξαγγελία με αστυνομικές επιχειρήσεις απομάκρυνσης των διαμενόντων.
Η διατύπωση που χρησιμοποίησε ήταν αποκαλυπτική: «Φέρνουμε τώρα διάταξη προκειμένου να απαγορευθούν όλες αυτές οι μισθώσεις και οι υπομισθώσεις». Παράλληλα, σύμφωνα με το επίσημο δελτίο Τύπου του Υπουργείου, προανήγγειλε αστυνομικές επιχειρήσεις μέσα στα συγκεκριμένα διαμερίσματα για την απομάκρυνση των παράνομων αλλοδαπών.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει, επομένως, ένα πρόβλημα στεγαστικής εκμετάλλευσης μεταναστών ως αντικείμενο αστυνομικής καταστολής και απομάκρυνσης των ίδιων των ανθρώπων που διαβιούν υπό αυτές τις συνθήκες.
Εάν πράγματι υπάρχουν ιδιοκτήτες ή μεσάζοντες που αποκομίζουν οικονομικά οφέλη από την εκμετάλλευση ευάλωτων ανθρώπων, η Πολιτεία διαθέτει ΗΔΗ τα νομοθετικά μέσα για την αντιμετώπιση των παράνομων πρακτικών τους. Αυτό είναι όμως ένα εντελώς διαφορετικό θέμα με άλλη στόχευση: την καταπολέμηση της οικονομικής εκμετάλλευσης μεταναστών που ήδη διώκεται ποινικά. Η νομοθετική απαγόρευση όμως της πρόσβασης στη στέγη με κριτήριο την εθνοτική καταγωγή των ενοίκων απαγορεύεται από το ευρωπαϊκό δίκαιο.
Η απαγόρευση διακρίσεων στη στέγη είναι ρητή
Το άρθρο 3 παρ. 1 στοιχείο η΄ της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ ορίζει ρητά ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης εφαρμόζεται στην πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες που διατίθενται στο κοινό, συμπεριλαμβανομένης της στέγασης.
Η διάταξη δεσμεύει τα κράτη μέλη και εφαρμόζεται τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα.
Κατά το άρθρο 2 της ίδιας Οδηγίας, απαγορεύονται οι άμεσες και έμμεσες διακρίσεις λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής.
Ακόμη σημαντικότερο για τη σημερινή εξαγγελία είναι το άρθρο 14 στοιχείο α΄ της Οδηγίας, το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να καταργούν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που αντιβαίνουν στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Πρόκειται για υποχρέωση που δεσμεύει ευθέως το εθνικό νομοθετικό σώμα.
Η Οδηγία έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με τον Ν. 4443/2016, του οποίου το άρθρο 3 παρ. 2 περιλαμβάνει ρητά την πρόσβαση στη στέγη στο πεδίο εφαρμογής της απαγόρευσης διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής.
Επομένως, εάν η κυβέρνηση θεσπίσει ειδική απαγόρευση μίσθωσης κατοικιών με κριτήριο την εθνοτική καταγωγή των ενοίκων, θα νομοθετήσει κατά παράβαση τόσο του ενωσιακού δικαίου όσο και της αρχής της ίσης μεταχείρισης που ήδη κατοχυρώνεται στην ελληνική νομοθεσία.
Η Πολιτεία μπορεί να θεσπίζει κανόνες για τη μέγιστη επιτρεπόμενη πληρότητα ενός διαμερίσματος, την ασφάλεια των κτιρίων, τις συνθήκες υγιεινής και την αποτροπή της εκμετάλλευσης των ενοίκων. Οι κανόνες αυτοί πρέπει να έχουν γενικό και αντικειμενικό χαρακτήρα.
Ένα διαμέρισμα στο οποίο διαμένουν τριάντα άνθρωποι μπορεί να είναι ακατάλληλο για κατοίκηση, ανεξάρτητα από την καταγωγή ή την ιθαγένειά τους.
Δεν είναι, όμως, νομικά ανεκτό η ίδια κατάσταση να αντιμετωπίζεται διαφορετικά ανάλογα με το εάν οι ένοικοι είναι Έλληνες ή μετανάστες συγκεκριμένης εθνοτικής καταγωγής.
Ακριβώς αυτό το ζήτημα βρίσκεται στον πυρήνα της απόφασης C-417/23 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πρέπει, πάντως, να διευκρινιστεί ότι η Οδηγία 2000/43/ΕΚ διακρίνει την εθνοτική καταγωγή από την ιθαγένεια και, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2, δεν καλύπτει αυτοτελώς τη διαφορετική μεταχείριση λόγω ιθαγένειας ή τους κανόνες σχετικά με την είσοδο και διαμονή υπηκόων τρίτων χωρών. Η χρήση, ωστόσο, ενός φαινομενικά ουδέτερου κριτηρίου, όπως η προέλευση από ορισμένες χώρες, δεν αποκλείει τον έλεγχο για διάκριση λόγω εθνοτικής καταγωγής.
Η ακριβής διατύπωση της κυβερνητικής ρύθμισης θα κρίνει εάν παραβιάζεται η Οδηγία. Η σημερινή εξαγγελία, όμως, δημιουργεί ήδη σοβαρό ζήτημα ως προς τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται τις υποχρεώσεις της.
Η αστυνομική απομάκρυνση από την κατοικία και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ
Η εξαγγελία Χρυσοχοΐδη εγείρει και ένα δεύτερο, αυτοτελές ζήτημα: την προστασία της κατοικίας από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε προσώπου στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και της κατοικίας του.
Η έννοια της κατοικίας κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι αυτοτελής και δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ύπαρξη έγκυρου τίτλου μίσθωσης.
Η αστυνομική απομάκρυνση προσώπων από χώρους που αποτελούν την πραγματική κατοικία τους συνιστά επέμβαση στο προστατευόμενο δικαίωμα και απαιτεί νόμιμη βάση, θεμιτό σκοπό και τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.
Το γεγονός ότι κάποιος είναι αλλοδαπός ή ότι η μίσθωση παρουσιάζει παρατυπίες δεν αίρει αυτομάτως την προστασία της κατοικίας του.
Η εξαγγελία αστυνομικών επιχειρήσεων με σκοπό την απομάκρυνση των ενοίκων, χωρίς να έχει παρουσιαστεί το προβλεπόμενο νομικό πλαίσιο και οι αντίστοιχες εγγυήσεις, δημιουργεί επομένως πρόσθετα ερωτήματα νομιμότητας.
Η κυβέρνηση οφείλει να συμμορφωθεί με το ευρωπαϊκό δίκαιο
Η απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 18ης Δεκεμβρίου 2025 δεν αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης ως προς το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο: η κρατική στεγαστική πολιτική υπόκειται στην απαγόρευση άμεσων και έμμεσων διακρίσεων λόγω εθνοτικής καταγωγής.
Αλλιώς θα κινηθεί εναντίον της Ελλάδας η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με την διαδικασία του ελέγχου παραβίασης.