Οικονομία: Κάποιοι αριθμοί, λίγοι, ευημερούν, όμως η πραγματικότητα και οι πολίτες ασφυκτιούν

Κάποιοι αριθμοί, λίγοι ευημερούν, όμως η πραγματικότητα και οι πολίτες ασφυκτιούν

Με βάση τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat (που αφορούν τα έτη 2025 και 2026), η Ελλάδα παρουσιάζει μια εικόνα έντονης οικονομικής ασφυξίας για τα νοικοκυριά, η οποία συνυπάρχει με βελτίωση των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών δεικτών του κράτους (όπως η μείωση του δημόσιου χρέους).

Αναλυτικά η κατάσταση ανά τομέα διαμορφώνεται ως εξής:

1. Φτώχεια & Κοινωνικός Αποκλεισμός

Κίνδυνος Φτώχειας ή Κοινωνικού Αποκλεισμού: Το 27,5% του πληθυσμού της Ελλάδας (πάνω από 2,7 εκατομμύρια άνθρωποι) βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας. Η χώρα καταγράφει τη δεύτερη χειρότερη επίδοση στην ΕΕ, πίσω μόνο από τη Βουλγαρία (29%).

Έκτακτα Έξοδα: Το 50,5% των Ελλήνων δηλώνει αδυναμία να αντιμετωπίσει ένα απρόβλεπτο οικονομικό έξοδο. Πρόκειται για την αρνητική πρωτιά (1η θέση) σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Υποκειμενική Φτώχεια: Περίπου 2 στους 3 Έλληνες (67%) αισθάνονται ή θεωρούν τον εαυτό τους φτωχό.

2. Ενεργειακή Φτώχεια & Ακρίβεια

Ενεργειακή Φτώχεια: Η Ελλάδα αντιμετωπίζει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ενεργειακής φτώχειας στην Ευρώπη. 1 στους 5 πολίτες (20%) δηλώνει ότι αδυνατεί να θερμάνει επαρκώς την κατοικία του.

Ληξιπρόθεσμες Οφειλές: ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού (και ειδικότερα ευάλωτες ομάδες, όπως τα άτομα με αναπηρία) καθυστερεί συστηματικά την πληρωμή των λογαριασμών κοινής ωφέλειας.

3. Άνοδος των Ενοικίων & Στεγαστικό Κόστος

Αύξηση Ενοικίων: Σύμφωνα με τα στοιχεία για το πρώτο τρίμηνο του 2026, οι τιμές των ενοικίων στην Ελλάδα κατέγραψαν άνοδο 5,0% σε σύγκριση με τον μέσο όρο του 2025. Η αύξηση αυτή συγκαταλέγεται στις υψηλότερες στην ΕΕ (πίσω από την Κροατία και τη Βουλγαρία).

Επιβάρυνση Κόστους Κατοικίας: Το 26,4% του πληθυσμού στην Ελλάδα δαπανά πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για έξοδα στέγασης, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωζώνη είναι μόλις 7,7%. Το πρόβλημα πλήττει δυσανάλογα όσους ζουν στο ενοίκιο (όπου ο κίνδυνος φτώχειας αγγίζει το 30,6%).

4. Πληθωρισμός & Ενέργεια

Τρέχων Πληθωρισμός (2026): Ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα επιταχύνθηκε σημαντικά και σκαρφάλωσε στο 5% τον Σεπτέμβριο του 2026 (από 3,8% τον Αύγουστο).

Η άνοδος τροφοδοτείται κυρίως από νέα ενεργειακά σοκ που επηρεάζουν τις λιανικές τιμές ενέργειας και μετακυλίονται σταδιακά στα βασικά αγαθά και τις υπηρεσίες.

5. Δημόσιο και Ιδιωτικό Χρέος

Δημόσιο Χρέος: Καταγράφεται μείωση του δημόσιου χρέους ως προς το ΑΕΠ. Στο α’ τρίμηνο του 2026, το δημόσιο χρέος υποχώρησε στο 143,5% του ΑΕΠ, σημειώνοντας ετήσια μείωση κατά 9,4 ποσοστιαίες μονάδες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει περαιτέρω αποκλιμάκωση προς το 134,4% έως το 2027.

Δημοσιονομικό Πλεόνασμα: Η χώρα πέτυχε πλεόνασμα ύψους 1,7% του ΑΕΠ, όντας μία από τις ελάχιστες χώρες της ΕΕ με πλεονασματικό ισοζύγιο. Όμως σε αυτό συνεισφέρει η ακριβεια

Ιδιωτικό Χρέος: Αν και το δημόσιο χρέος μειώνεται, το ιδιωτικό χρέος παραμένει «βαρίδι» για τα νοικοκυριά. Λόγω των χαμηλών αποταμιεύσεων (ο δείκτης αποταμίευσης των νοικοκυριών υποχώρησε κατά 3,7 ποσοστιαίες μονάδες πρόσφατα), η εξάρτηση από ληξιπρόθεσμες οφειλές, κάρτες και δάνεια για την κάλυψη βασικών αναγκών παραμένει εξαιρετικά υψηλή.

Το συνολικό ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα παρουσιάζει συνεχή άνοδο. Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία (α’ τρίμηνο 2026), έχει διαμορφωθεί στα 420,9 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 169% του ΑΕΠ της χώρας.

Η ακριβής διάρθρωση και κατανομή του ιδιωτικού χρέους προς το Δημόσιο (Εφορία), τα ασφαλιστικά ταμεία (e-ΕΦΚΑ) και τις τράπεζες διαμορφώνεται ως εξής:

1. Ληξιπρόθεσμες Οφειλές (Χρέη σε Καθυστέρηση)

Από το σύνολο των 420,9 δισ. ευρώ, τα 238,6 δισ. ευρώ είναι ληξιπρόθεσμα (δηλαδή χρέη «στο κόκκινο»). Το 70% των ληξιπρόθεσμων οφειλών αφορά χρέη προς την Εφορία και τον ΕΦΚΑ.

Χρέη προς την Εφορία (ΑΑΔΕ): Ανέρχονται σε περίπου 114,5 δισ. ευρώ. Από αυτά, τα 71 δισ. ευρώ προέρχονται από επιχειρήσεις (νομικά πρόσωπα) και τα 43,5 δισ. ευρώ από νοικοκυριά (φυσικά πρόσωπα).

Χρέη προς τα Ασφαλιστικά Ταμεία (e-ΕΦΚΑ): Διαμορφώνονται σε περίπου 51,8 δισ. ευρώ (συμπληρώνοντας το συνολικό πακέτο των 166,3 δισ. ευρώ ληξιπρόθεσμων οφειλών αποκλειστικά προς το Δημόσιο).

Κόκκινα Δάνεια (Τράπεζες & Servicers): Το υπόλοιπο κομμάτι των ληξιπρόθεσμων αφορά απλήρωτα δάνεια. Η συντριπτική πλειονότητα αυτών (περίπου το 92%) έχει μεταφερθεί εκτός τραπεζικών ισολογισμών και βρίσκεται πλέον υπό τη διαχείριση των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων (servicers).

2. Εξυπηρετούμενο (Ενήμερο) Ιδιωτικό Χρέος

Το υπόλοιπο κομμάτι του ιδιωτικού χρέους, ύψους περίπου 182,3 δισ. ευρώ, αφορά δάνεια και πιστώσεις που εξυπηρετούνται κανονικά. Η αύξηση του συνολικού χρέους στα 420,9 δισ. ευρώ οφείλεται σε κάποιο βαθμό και στην πρόσφατη πιστωτική επέκταση των τραπεζών προς τις επιχειρήσεις για επενδύσεις, κάτι που καταγράφεται ως θετική οικονομική κίνηση, παράλληλα όμως με τη συνεχιζόμενη συσσώρευση των παλαιών χρεών.

Συνοπτική Σύγκριση: Ιδιωτικό vs Δημόσιο Χρέος

Δημόσιο Χρέος ~355 δισ. 143,5%, καθοδική τροχιά, μειώθηκε κατά 9,4 μονάδες σε έναν χρόνο. Παραμένει πάντως σε υψηλό επίπεδα.

Ιδιωτικό Χρέος 420,9 δισ. 169,0% Ανοδική τροχιά. Ξεπερνά πλέον το δημόσιο χρέος σε απόλυτα νούμερα, με τα 166,3 δισ. € να είναι προς Εφορία & ΕΦΚΑ.

Η πρόσβαση στη χρηματοδότηση και η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων αποτελούν τα δύο πιο κρίσιμα «ανοικτά μέτωπα» της ελληνικής οικονομίας. Τα στοιχεία της Eurostat, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), του ΟΟΣΑ και του ΓΕΜΗ αποτυπώνουν μια αγορά «δύο ταχυτήτων», όπου η συντριπτική πλειονότητα των μικρών παικτών μένει εκτός τραπεζικού συστήματος.

1. Αποκλεισμός από Δανεισμό και Προγράμματα Ενίσχυσης

Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις (ΜμΕ)

Ποσοστό Αποκλεισμού: Περίπου το 80% έως 85% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (κυρίως οι πολύ μικρές επιχειρήσεις με έως 9 εργαζόμενους, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της αγοράς) δεν έχουν πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό.

Τα Αίτια: Οι ελληνικές τράπεζες εφαρμόζουν εξαιρετικά αυστηρά κριτήρια (credit scoring). Μόλις 20.000 με 30.000 επιχειρήσεις (σε σύνολο άνω των 700.000 ενεργών ΑΦΜ) θεωρούνται «τραπεζικά επιλέξιμες». Οι υπόλοιπες απορρίπτονται λόγω παλαιών οφειλών, έλλειψης εγγυήσεων ή χαμηλών τζίρων.

Προγράμματα Ενίσχυσης (ΕΣΠΑ & Ταμείο Ανάκαμψης): Αν και έχουν κινητοποιηθεί σημαντικά κονδύλια μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, η πρόσβαση στα χαμηλότοκα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF) παραμένει συγκεντρωμένη: οι μεγάλες επιχειρήσεις απορροφούν τη μερίδα του λέοντος, καθώς οι πολύ μικρές αδυνατούν να περάσουν τις σύνθετες γραφειοκρατικές διαδικασίες των τραπεζών για να εγκριθεί η συμμετοχή του

Νοικοκυριά

Αποκλεισμός από Δάνεια: Η πρόσβαση των νοικοκυριών σε καταναλωτικά ή στεγαστικά δάνεια παραμένει επίσης σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Το ποσοστό απόρριψης αιτήσεων ή «αυτοαποκλεισμού» (πολίτες που δεν κάνουν καν αίτηση γιατί ξέρουν ότι θα απορριφθούν λόγω χαμηλού εισοδήματος ή Τειρεσία) αγγίζει το 60%-65%.

Η ρίζα του προβλήματος: Με το 50,5% των Ελλήνων να δηλώνει αδυναμία αντιμετώπισης έκτακτων εξόδων (Eurostat, 2026) και τις αποταμιεύσεις να συρρικνώνονται δραματικά (μείωση του δείκτη αποταμίευσης κατά 3,7 μονάδες το α’ τρίμηνο του 2026), τα νοικοκυριά δεν διαθέτουν την απαιτούμενη πιστοληπτική ικανότητα για να δανειστούν.

2. Αναλογία «Λουκέτων» προς Νέες Επιχειρήσεις (ΓΕΜΗ & Eurostat)

Οι αιτήσεις πτώχευσης στην Ελλάδα κατέγραψαν απότομη άνοδο 31,6% το β’ τρίμηνο του 2026 (τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση στην ΕΕ). Το ισοζύγιο εγγραφών-διαγραφών στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ) παραμένει οριακά θετικό, αλλά κρύβει ποιοτικές αδυναμίες.

Βάσει των επίσημων ετήσιων δεδομένων του ΓΕΜΗ:

– Αναλογία Κλεισιμάτων/Ανοιγμάτων: Για κάθε 10 νέες επιχειρήσεις που ανοίγουν, περίπου 6,5 έως 7 επιχειρήσεις κλείνουν (αναλογία ~65-70%).

Η τάση: Ενδεικτικά, το προηγούμενο έτος (2025) έκλεισαν 31.269 επιχειρήσεις (αύξηση 10,39% σε σχέση με το 2024).

Ποιοτικό Χάσμα: Οι επιχειρήσεις που κλείνουν είναι κυρίως παραδοσιακές ΜμΕ του λιανικού εμπορίου, της μεταποίησης και της εστίασης, οι οποίες λυγίζουν υπό το βάρος του πληθωρισμού, των ενοικίων και της ενέργειας. Αντίθετα, οι επιχειρήσεις που ανοίγουν επικεντρώνονται σε κλάδους χαμηλότερου σταθερού κόστους ή εποχικής φύσης, όπως ο τουρισμός (καταλύματα), οι υπηρεσίες, οι μεταφορές και οι αγροτικές δραστηριότητες.

 

 

Η απάντηση της Λειτουργίας AI είναι έτοιμη

Posted on 16/10/2026 in Δελτία Τύπου

Share the Story

Back to Top