Θ.Τ.: Η Συμφωνία αποτελεί μέρος μιας γενικότερης στρατιωτικοποίησης της περιφερειακής ασφάλειας. Αυτό που αλλάζει είναι η ίδια η αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, όπου διαμορφώνονται πολλαπλά και αλληλοεπικαλυπτόμενα πλέγματα συνεργασιών. Για το Ισραήλ, η Ελλάδα αποτελεί έναν κρίκο σε ένα ευρύτερο δίκτυο περιφερειακών σχέσεων και αντιστάθμισης, σε μια περίοδο κατά την οποία η Τουρκία αναδεικνύεται σε σημαντικό περιφερειακό ανταγωνιστή.
Το κρίσιμο ερώτημα για την Ελλάδα είναι εάν αυτές οι συνεργασίες υπηρετούν μια συγκεκριμένη στρατηγική ή εάν σταδιακά μετατρέπονται οι ίδιες σε στρατηγική. Οι εξοπλισμοί δεν αποτελούν εξωτερική πολιτική. Η αποτροπή μπορεί να αγοράσει χρόνο για τη διπλωματία. Δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη διπλωματία. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση της Τουρκίας. Η λογική ότι κάθε τουρκική κίνηση πρέπει να απαντάται με μια ακόμη ισχυρότερη συμμαχία ή έναν ακόμη εξοπλισμό, οδηγεί εύκολα σε φαύλο κύκλο αμοιβαίας ανασφάλειας.
Μπορεί το «Achilles Shield» να θεωρηθεί απάντηση στη συμφωνία Τουρκίας-Σαουδικής Αραβίας-Πακιστάν;
Δεν θα έλεγα ότι η μία Συμφωνία αποτελεί άμεση απάντηση στην άλλη. Πρόκειται για διαφορετικούς σχεδιασμούς. Και οι δύο, όμως, εντάσσονται στη διαμόρφωση μιας νέας περιφερειακής ισορροπίας. Το πρόβλημα είναι ότι στην Ελλάδα συχνά αντιμετωπίζουμε αυτές τις εξελίξεις με όρους παιχνιδιού «μηδενικού αθροίσματος»: αν η Τουρκία αποκτά έναν εταίρο, πρέπει εμείς να αποκτήσουμε δύο. Αν η Τουρκία ενισχύεται κάπου, πρέπει εμείς να απαντήσουμε αλλού. Αυτό, όμως, δεν είναι στρατηγική. Μπορεί να είναι απλώς η αναπαραγωγή ενός ανταγωνισμού χωρίς τέλος.
Ιδιαίτερα προβληματική θεωρώ την αντίληψη ότι οι τριμερείς συνεργασίες Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ και Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου μπορούν να λειτουργήσουν ως μηχανισμός απομόνωσης της Τουρκίας. Η Τουρκία είναι μεγάλη περιφερειακή δύναμη, μέλος του ΝΑΤΟ, με σημαντικές σχέσεις με τη Ρωσία, τον αραβικό κόσμο και, πλέον, ιδιαίτερο ρόλο στη Συρία. Δεν πρόκειται να απομονωθεί επειδή η Ελλάδα και η Κύπρος θα δημιουργήσουν περισσότερα σχήματα συνεργασίας γύρω της.
Το αντίθετο μπορεί να συμβεί: όσο περισσότερο μια χώρα αισθάνεται ότι περικυκλώνεται, τόσο περισσότερο αναζητά δικά της αντίβαρα. Έτσι δημιουργείται ένας αυτοτροφοδοτούμενος ανταγωνισμός.
Καθώς εντείνεται η αντιπαράθεση Ισραήλ-Τουρκίας, υπάρχει κίνδυνος η Ελλάδα να εμπλακεί βαθύτερα σε αυτήν;
Ναι, και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο που πρέπει να προσέξει η Αθήνα. Η Τουρκία έχει ασφαλώς τις ευθύνες της για την ένταση στην περιοχή. Άλλο, όμως, είναι η αντιμετώπιση των ελλαδο-τουρκικών διαφορών και άλλο η μεταφορά στην Ελλάδα της αντιπαράθεσης Ισραήλ-Τουρκίας.
Ο πρωθυπουργός Νετανιάχου έχει προφανώς κάθε λόγο, ενόψει των εκλογών του Οκτωβρίου, να προβάλλει την Τουρκία ως έναν ακόμη σημαντικό αντίπαλο του Ισραήλ. Η αντιπαράθεση αυτή έχει ήδη γίνει πολύ πιο έντονη, ιδιαίτερα με αφορμή τη Συρία. Αυτό δημιουργεί κίνδυνο για την Ελλάδα: να βρεθεί να υποστηρίζει μια συγκρουσιακή λογική, όχι επειδή αυτό υπαγορεύεται από τα δικά της συμφέροντα, αλλά επειδή εξυπηρετεί τις προτεραιότητες μιας άλλης κυβέρνησης. Μπορεί να εμπλακούμε επειδή ο Νετανιάχου, για τους δικούς του λόγους, επιδιώκει συγκρουσιακή ατμόσφαιρα. Και αυτό πρέπει να το αποφύγουμε.
Πού βρίσκεται η Κύπρος σε αυτή τη νέα αρχιτεκτονική;
Η Κύπρος βρίσκεται σε ακόμη πιο δύσκολη θέση, διότι το Κυπριακό είναι μια άλυτη διεθνής διένεξη και, ταυτόχρονα, η χώρα βρίσκεται στο επίκεντρο των περιφερειακών ανταγωνισμών.
Δεν είναι λανθασμένη η ανάπτυξη περιφερειακών συνεργασιών. Είναι λανθασμένη η προσδοκία ότι οι συνεργασίες της Κύπρου μπορούν να δημιουργήσουν έναν περιφερειακό μηχανισμό που θα πιέσει ή θα απομονώσει την Τουρκία μέχρι να αλλάξει στάση στο Κυπριακό. Αυτό δεν έχει συμβεί. Και όσο περισσότερο το Κυπριακό παραμένει άλυτο, τόσο περισσότερο κινδυνεύει να γίνει μέρος ευρύτερων γεωπολιτικών ανταγωνισμών.
Υπάρχει μάλιστα μια ιδιαίτερη αντίφαση. Όταν ο Νετανιάχου μιλά για ένα ευρύτερο «εξάγωνο» συμμαχιών, στο οποίο εντάσσει ρητά Ελλάδα και Κύπρο, δεν περιγράφει απλώς μια οικονομική ή ενεργειακή συνεργασία, αλλά μια ευρύτερη γεωπολιτική αντίληψη.
Η Κύπρος θα πρέπει, επομένως, να προσέξει ώστε να μη γίνει μέρος μιας στρατηγικής που δεν είναι δική της.
Υπάρχει κίνδυνος το Κυπριακό να μετατραπεί σε τμήμα της ευρύτερης αντιπαράθεσης Ισραήλ-Τουρκίας;
Αυτός ο κίνδυνος υπάρχει και θα ήταν ιδιαίτερα αρνητικός για την Κύπρο. Χρειάζεται προσοχή στη στρατηγική του Νετανιάχου. Ο ίδιος επιδιώκει να συγκροτήσει ένα δίκτυο χωρών που θα λειτουργούν ως αντίβαρο στους αντιπάλους του Ισραήλ και αντιμετωπίζει πλέον την Τουρκία ως σημαντικό περιφερειακό ανταγωνιστή. Είναι λογικό να προτιμά μια σχέση με την Ελλάδα και την Κύπρο, στην οποία αυτές οι δύο χώρες παραμένουν στενά συνδεδεμένες μαζί του και, κατ’ επέκταση, με την αντιπαράθεσή του με την Άγκυρα.
Αυτό σημαίνει ότι η πλήρης εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και η συνολική λύση του Κυπριακού δεν εξυπηρετούν τη στρατηγική της σημερινής ισραηλινής κυβέρνησης, που αντιμετωπίζει την Τουρκία ως περιφερειακό αντίπαλο.
Και εδώ πρέπει να υπάρξει ελλαδική και κυπριακή αυτονομία κρίσης. Δεν είναι δυνατόν η λύση του Κυπριακού να εξαρτάται από το αν εξυπηρετεί ή όχι τις εκάστοτε ισορροπίες μιας τρίτης χώρας.
Ποιο είναι λοιπόν το μεγαλύτερο στρατηγικό λάθος που θα μπορούσαν να κάνουν Ελλάδα και Κύπρος;
Να θεωρήσουν ότι μπορούν να λύσουν τα προβλήματά τους δημιουργώντας περισσότερους συμμάχους εναντίον της Τουρκίας.
Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει τα όρια αυτής της λογικής. Η Τουρκία δεν απομονώθηκε. Αντίθετα, ενίσχυσε τις σχέσεις της και επιδιώκει να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερο περιφερειακό ρόλο.
Πρέπει να κάνουμε μια σαφή διάκριση: άλλο διεθνείς συνεργασίες και άλλο η δημιουργία ενός συστήματος συμμαχιών με μοναδικό σκοπό την ανάσχεση της Τουρκίας.
Το πραγματικό στρατηγικό ζητούμενο είναι διαφορετικό: να χρησιμοποιήσουμε την αποτρεπτική ικανότητα και τις διεθνείς σχέσεις μας όχι για να διαιωνίσουμε τον ανταγωνισμό, αλλά για να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις πολιτικής επίλυσης.
Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει επανεκκίνηση μιας σοβαρής προσπάθειας επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών, με διαπραγμάτευση και, όπου χρειάζεται, προσφυγή στη Χάγη. Για την Κύπρο, σημαίνει εντατικοποίηση και επιτάχυνση της αναζήτησης μιας βιώσιμης λύσης του Κυπριακού.
Γιατί τελικά η μεγαλύτερη ασφάλεια δεν θα προκύψει από το να είμαστε ο ένας καλύτερα εξοπλισμένος από τον άλλο ή από το να έχουμε περισσότερους συμμάχους απέναντι στον γείτονα. Θα προκύψει όταν μειωθεί η ανάγκη για αυτές τις αντιπαραθέσεις.
Η Ανατολική Μεσόγειος δεν χρειάζεται περισσότερα αντίπαλα στρατόπεδα. Χρειάζεται περισσότερες πολιτικές λύσεις.