Η τέχνη της “ηγεμονίας” συνίσταται στο να παρουσιάζονται ως «κοινή λογική» επιχειρηματολογίες που εξυπηρετούν ελάχιστους, ντυμένες με τον μανδύα της ουδετερότητας.
Το πρόσφατο άρθρο του κ. Κώστα Γιαννακίδη στο NEWS 24/7 επιχειρεί ακριβώς αυτό: πασχίζει να ποδηγετήσει την κοινή γνώμη με δήθεν αντικειμενικά επιχειρήματα, εγκλωβίζοντας τον διάλογο σε ένα τεχνητό δίπολο όπου η τυπική νομιμότητα συγκρούεται με την υποτιθέμενη «ηθική πίεση» ενός μεμονωμένου ατόμου.
Ας ξεκινήσουμε από ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός που προέκυψε μόλις στις 2 Ιουλίου: ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης αναγκάστηκε να ρίξει τη μάσκα. Μέχρι χθες, η εκκένωση των Προσφυγικών δικαιολογούνταν από ένα εκτυφλωτικό αφήγημα: ένα υποτιθέμενο σχέδιο αστικής ανάπλασης χρηματοδοτούμενο με εκατομμύρια ευρώ από ευρωπαϊκούς πόρους.
Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το διέψευσε επίσημα και κατηγορηματικά σε γραπτή απάντηση, διευκρινίζοντας όχι μόνο ότι δεν έχει υποβληθεί ποτέ καμία αίτηση για την ένταξη του έργου «Προσφυγικά», αλλά και ότι τα ευρωπαϊκά κονδύλια – τα οποία ακατάλληλα επικαλείται ο περιφερειάρχης Χαρδαλιάς – «δεν θα πρέπει να στηρίζουν δράσεις οι οποίες συμβάλλουν στον διαχωρισμό, την απομόνωση ή τον αποκλεισμό ευάλωτων ομάδων».
Μετά την κατάρρευση του οικοδομήματος των ευρωπαϊκών κονδυλίων, το μόνο που απέμεινε στην κυβέρνηση είναι ο κυνισμός του δόγματος «τάξη και πειθαρχία»: εκκένωση για τιμωρία, αδιαφορώντας για τη μοίρα εκατοντάδων ανθρώπων. Όμως το δίκαιο δεν είναι μενού α λα καρτ.
Ιδού, λοιπόν, οι τεκμηριωμένες απαντήσεις στα έξι ερωτήματα που έθεσε ο κ. Γιαννακίδης.
Πρώτο ερώτημα: Πρέπει οι αρχές να συνομιλούν με όσους βρίσκονται «παράνομα» σε έναν χώρο; Και μήπως αυτό δημιουργεί προηγούμενο;
Καταρχάς, η χρήση του όρου «παράνομα» είναι ένα ρητορικό τέχνασμα που βγάζει ετυμηγορία χωρίς δίκη. Επί της ουσίας, η απάντηση είναι ναι. Όχι ως ‘μεγαλόψυχη’ παραχώρηση, αλλά ως αυστηρή νομική υποχρέωση που απορρέει από το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο. Η Ελλάδα προσχώρησε στις 16 Μαΐου 1985 στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα (ΔΣΟΚΠΔ). Τα Γενικά Σχόλια αρ. 4 και αρ. 7 αυτού του Συμφώνου απαγορεύουν ρητά τις αναγκαστικές εξώσεις χωρίς την κατάλληλη διαβούλευση με τις εμπλεκόμενες κοινότητες και χωρίς την παροχή επαρκών στεγαστικών εναλλακτικών, ανεξάρτητα από τον τίτλο κτήσης.
Σε κοινοτικό επίπεδο, η Αρχή της Εταιρικής Σχέσης (Άρθρο 8 του Κανονισμού ΕΕ 2021/1060) επιβάλλει την υποχρεωτική διαβούλευση με την κοινωνία των πολιτών και, πρωτίστως, με τους ίδιους τους άμεσα ενδιαφερόμενους στη διαχείριση των κονδυλίων. Και ας είμαστε ξεκάθαροι: ως «διαβούλευση» δεν νοείται το άνοιγμα μιας ψηφιακής πλατφόρμας μονομερούς ‘φακελώματος’ που στήθηκε άρον άρον ενώ ο λαός κάνει τα μπάνια του, αλλά ένας πραγματικός, διαφανής και ισότιμος διάλογος. Το να δημιουργηθεί λοιπόν ένα «προηγούμενο» στο οποίο οι θεσμοί σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κοινοτικό δίκαιο θα ήταν άραγε μια τόσο απαράδεκτη ανωμαλία για την κυβέρνησή μας;
Δεύτερο ερώτημα: Ποια ανάγκη προηγείται; Η φιλοξενία των καρκινοπαθών ή η διατήρηση ενός αυτοδιαχειριζόμενου χώρου;
Αυτή είναι μια κλασική τεχνική, που χρησιμοποιείται εντέχνως για να διχάσει τις υποτελείς τάξεις και τα ευάλωτα υποκείμενα, στρέφοντας τους ασθενείς απέναντι στους φτωχούς. Δεν υπάρχει καμία απολύτως αντίφαση μεταξύ των δύο. Το συγκρότημα των Προσφυγικών διαθέτει ήδη, εδώ και χρόνια, μια «Δομή Φιλοξενίας Ασθενών και Συνοδών», εξασφαλίζοντας δωρεάν στέγαση σε όσους νοσηλεύονται στο γειτονικό ογκολογικό νοσοκομείο «Άγιος Σάββας» και συνεργαζόμενο άμεσα με το σωματείο εργαζομένων του νοσοκομείου. Το να χρησιμοποιείται ο πόνος των ασθενών ως ιδεολογικό ρόπαλο για να δικαιολογηθεί μια εκκένωση είναι ένα επιχείρημα το λιγότερο γκροτέσκο (και διαποτισμένο από κυνισμό), ειδικά όταν η κοινότητα επιτελεί ήδη αλληλέγγυα το έργο στο οποίο η διοίκηση έχει παταγωδώς αποτύχει εδώ και δεκαετίες.
Τρίτο ερώτημα: Πρέπει το Κράτος να μεριμνήσει για τη στέγαση όσων βρίσκονται στα Προσφυγικά και δεν μπορούν να στεγαστούν αλλού;
Η απάντηση είναι ναι: Χωρίς αμφιβολία. Το επιβάλλει το Άρθρο 21, παράγραφος 4 του Ελληνικού Συντάγματος: «Η απόκτηση κατοικίας από αυτούς που την στερούνται ή που στεγάζονται ανεπαρκώς αποτελεί αντικείμενο ειδικής φροντίδας του Κράτους». Σε αυτό προστίθεται το Άρθρο 34 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ για το δικαίωμα στη στεγαστική βοήθεια, το οποίο στοχεύει ειδικά στην καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού και της φτώχειας. Το δικαίωμα στη στέγαση δεν είναι μια φιλανθρωπική παροχή, αλλά μια αναφαίρετη δημοκρατική υποδομή.
Τέταρτο ερώτημα: Μπορεί μια απεργία πείνας να αλλοιώσει αποφάσεις που έχουν ληφθεί από δημοκρατικά νομιμοποιημένα όργανα;
Το πραγματικό ερώτημα είναι: πόσο δημοκρατική είναι μια απόφαση που «νομιμοποιείται» μέσω προφανώς ψευδών πληροφοριών; Η περιφερειακή αρχή δικαιολόγησε το σχέδιο ανάπλασής/εκκένωσης επικαλούμενη παραπλανητικά την ύπαρξη ήδη εξασφαλισμένων ευρωπαϊκών κονδυλίων. Η ηθική πίεση ενός ανθρώπου που θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του δεν «ανατρέπει» τη δημοκρατία, αλλά σκίζει το πέπλο της υποκρισίας που χρησιμοποιεί τους θεσμούς με αδιαφανή τρόπο και κατά διακριτική ευχέρεια. Η θεσμική απάτη είναι το πραγματικό πλήγμα (vulnus) στη δημοκρατική νομιμοποίηση. Όπως έχει ειπωθεί ορθά: «Μια δημοκρατική πολιτεία δεν παρακολουθεί απαθής να κινδυνεύει η ζωή ενός πολίτη, ούτε αρνείται τον διάλογο. Μόνο αυταρχικά καθεστώτα αποφεύγουν τη διαβούλευση, αγνοώντας το άρθρο 2 του Συντάγματος που ανάγει την προστασία της ανθρώπινης αξίας σε πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας» (Χ. Ράμμος).
Πέμπτο ερώτημα: Η ανοχή μιας παρανομίας για δεκαετίες δημιουργεί ένα νέο είδος νομιμοποίησης;
Το παράδειγμα της ‘παρανομίας’, που ανεμίζεται σε αυτό το πλαίσιο, είναι ένα παρωχημένο και άκαμπτο ιδεολογικό κατασκεύασμα. Σε όλη την Ευρώπη υπάρχουν μοντέλα όπου η δράση «από τα κάτω» έχει παραγάγει νομική και κοινωνική καινοτομία. Ας δούμε για παράδειγμα τη γειτονική Ιταλία, όπου οι συνεταιρισμοί αυτοανάκτησης (cooperative di autorecupero) έχουν μετατρέψει εγκαταλελειμμένα κτίρια στα ιστορικά κέντρα σε κοινωνικές κατοικίες, αξιοποιώντας την άμεση εργασία των κατοίκων, πετυχαίνοντας μάλιστα τη θέσπιση νόμων που αναγνωρίζουν αυτές τις πρακτικές (L.R. Lazio n. 55/1998).
Μια τέτοια προσέγγιση, εκτός του ότι εξοικονομεί τεράστια ποσά δημόσιου χρήματος, προωθεί την κοινωνική συνοχή και αντιστέκεται στον εκτοπισμό των κατοίκων από τις ίδιες τους τις γειτονιές. Η άρνηση αναγνώρισης αυτών των μορφών ενεργού πολιτειότητας σημαίνει απλώς την παρεμπόδιση της ζωντανής ανάπτυξης της πόλης, προτιμώντας την τιμωρία όσων τόλμησαν να οργανωθούν και να αυτοδιαχειριστούν τις ζωές τους χωρίς να ζητήσουν την άδεια από μια αυταρχική τάξη, η οποία επιλέγει αυθαίρετα ποιος έχει δικαίωμα στη στέγαση και ποιος όχι.
Έκτο ερώτημα: Ποια είναι η ευθύνη του Κράτους όταν αφήνει εμβληματικά κτίρια να ρημάζουν για δεκαετίες; Είναι η αδράνεια των αρχών που γεννά την ανάγκη για κατάληψη;
Το πραγματικό ερώτημα είναι: πώς προτίθεται το Κράτος να αποζημιώσει για την οικονομική και κοινωνική ζημία που προκάλεσε η δική του εγκατάλειψη ενός δημόσιου αγαθού; Η σχεδιασμένη εγκατάλειψη δεν είναι ποτέ απλή «αδράνεια». Είναι συχνά μια ενεργητική στρατηγική που στοχεύει στην απαξίωση μιας περιοχής για να την παραδώσει στη συνέχεια στην κερδοσκοπία των ακινήτων.
Το Κράτος άφησε τα Προσφυγικά στην υποβάθμιση, αλλά οι κάτοικοι κάλυψαν αυτό το κενό με τρόπο υποδειγματικό. Αντί να αναγνωρίσει την ανθρώπινη, αρχιτεκτονική και αλληλέγγυα αναγέννηση που παρήγαγε αυτή η αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα, η διοίκηση επιλέγει τον δρόμο της κατασταλτικής βίας. Τα αφηγήματα που κατασκευάζονται έντεχνα για να προετοιμάσουν το έδαφος για τις εκκενώσεις καταρρίπτονται από τη δύναμη των γεγονότων, της λογικής και του δικαίου. Οι πόλεις ανήκουν σε όσες και όσους τις ζουν, τις φροντίζουν και τις υπερασπίζονται καθημερινά. Όλα τα υπόλοιπα είναι μια αποπροσανατολιστική ρητορική την οποία, ως δημοκράτες πολίτες, έχουμε καθήκον να αποκρούσουμε. Και αυτή είναι η αλήθεια.
Η Όλγα Νάσση είναι μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Διεθνούς Συμμαχίας Κατοίκων (International Alliance of Inhabitants).
Το κείμενο έγινε με αφορμή το άρθρο του