Στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ δημοσιεύθηκαν δύο ενδιαφέροντα άρθρα του Γιάννη Καρρά, σαράντα χρόνια μετά από την καταστροφή του Τσερνόμπλ, 26 Απριλίου 1986:
– “Το νέφος της ένοχης σιωπής. Το χρονικό της έκρηξης στον αντιδραστήρα 4, ο ραδιενεργός εφιάλτης και ο αιφνιδιασμός της Ευρώπης”
– “Μείωση των πυρηνικών όπλων μετά το ατύχμα.”
………………………………………………………………
Το νέφος της ένοχης σιωπής. Το χρονικό της έκρηξης στον αντιδραστήρα 4, ο ραδιενεργός εφιάλτης και ο αιφνιδιασμός της Ευρώπης
Τις πρώτες πρωινές ώρες της 26ης Απριλίου 1986, ο αντιδραστήρας 4 του Πυρηνικού Σταθμού του Τσερνόμπιλ εξερράγη, διαρρηγνύοντας το τσιμεντένιο περίβλημά του. Η έκρηξη υπήρξε από τα σοβαρότερα πυρηνικά ατυχήματα στην ανθρώπινη ιστορία. Ραδιενεργό νέφος εκπέμφθηκε και κάλυψε σημαντικό μέρος της ευρωπαϊκής ηπείρου.
Το Τσερνόμπιλ ερμηνεύθηκε σχεδόν αμέσως με αποκαλυπτικούς όρους: ερμηνείες που εμφανίστηκαν ταυτόχρονα στον λόγο της Εκκλησίας (ορισμένοι πίστεψαν ότι το Τσερνόμπιλ είχε προφητευθεί στην Αποκάλυψη), στον κινηματογράφο – παράδειγμα η ταινία του Κονσταντίν Λοπουσάνσκι Γράμματα από έναν νεκρό άνθρωπο, με τις αναφορές της στο «τέλος των καιρών» – αλλά και στην καθημερινή γλώσσα.
Αποδόμηση τεχνολογικών μύθων
Από τα πρώτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, η ατομική τεχνολογία βρισκόταν στον πυρήνα της σοβιετικής ιδεολογίας. Το κράτος που είχε εκτοξεύσει τον πρώτο δορυφόρο και τον πρώτο άνθρωπο στο Διάστημα θεωρούσε τον εαυτό του τεχνολογικά αλάνθαστο. Ενώ τα πυρηνικά όπλα εξασφάλιζαν το καθεστώς υπερδύναμης, οι πυρηνικοί σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής συμβόλιζαν την ειρηνική κυριαρχία του Σοβιετικού συστήματος πάνω στη φύση.
Πουθενά αυτό δεν ήταν πιο εμφανές από την Ουκρανία, με την πυρηνική ενέργεια να κάλυπτε περίπου το 25% των ενεργειακών της αναγκών. Οι πυρηνικές τεχνολογίες τοποθετούσαν την Ουκρανία στο κέντρο του σοβιετικού συστήματος και επιβεβαίωναν ότι η Σοβιετική Ένωση υπήρξε μια επιστημονικά προηγμένη χώρα. Ο σταθμός του Τσερνόμπιλ, κοντά στην ουκρανική πόλη Πρίπιατ, αντιπροσώπευε αυτή τη φιλοδοξία. Οι αντιδραστήρες της ήταν σοβιετικού σχεδιασμού και κατασκευής και προβάλλονταν ως εμβληματικά επιτεύγματα της σοσιαλιστικής μηχανικής. Η ίδια η Πρίπιατ συνιστούσε μια πόλη-πρότυπο, με πλατιές λεωφόρους, σύγχρονες πολυκατοικίες και κατοίκους της μια τάξη επιστημόνων από κάθε γωνιά της Σοβιετικής Ένωσης.
Ωστόσο, ο συγκεντρωτισμός και η πίεση για την επίτευξη φιλόδοξων στόχων δημιουργούσαν προβλήματα. Κάποια ελαττώματα του γραφίτη – μετριαζόμενου αντιδραστήρα τύπου Τσερνόμπιλ ήταν γνωστά, αλλά αποκρύπτονταν. Όπως είπε χαρακτηριστικά ένας διευθυντής: «κανένα ατύχημα δεν εντασσόταν στο πλάνο».
Η έκρηξη απελευθέρωσε τεράστιες ποσότητες ραδιενεργού υλικού στην ατμόσφαιρα. Όπως και σε προηγούμενες καταστροφές, παραδείγματος χάρη εκείνη στη μυστική πυρηνική πόλη Τσελιάμπινσκ-40 το 1957, το πρώτο ένστικτο των αρχών ήταν η προστασία του αφηγήματος. Ακόμη και όταν συναγερμοί μέτρησης υψηλής ακτινοβολίας ήχησαν στη Σουηδία, οι αρχές συνέχισαν να υποβαθμίζουν την κλίμακα της καταστροφής.
Κινητοποίηση χιλιάδων “εκκαθαριστών”
Για τους πληθυσμούς της περιοχής, η σιωπή αυτή δεν είχε τίποτε το αφηρημένο. Στις 28 Απριλίου έγινε μια σύντομη μνεία στις βραδινές ειδήσεις. Την Πρωτομαγιά του 1986, ωστόσο, παιδιά παρατάσσονταν στους δρόμους του Κιέβου, κρατώντας σημαίες και μπαλόνια και συμμετέχοντας στις εορταστικές παρελάσεις, μόλις ενενήντα χιλιόμετρα νότια της καταστροφής.
Την ίδια στιγμή, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι επιστρατεύονταν ως «εκκαθαριστές» (ή «λικβιντάτορι») για τον περιορισμό των συνεπειών. Ο όρος προερχόταν από την αποστολή τους: «την εκκαθάριση των συνεπειών της πυρηνικής καταστροφής». Αυτή ήταν η τελευταία μεγάλη συλλογική κινητοποίηση της Σοβιετικής Ένωσης, που ένωσε Ουκρανούς, Λευκορώσους, Ρώσους, Λιθουανούς, Λετονούς και άλλους. Ο νέος γιατρός Αντόλι Τκατσούκ (πατέρας ιστορικού που γράφει για τον ελληνισμό της Ουκρανίας) υπήρξε αρχίατρος ενός νοσοκομείου της περιοχής. Όταν, καθυστερημένα, άρχισε η εκκένωση, αρμοδιότητα του ήταν να πραγματοποιεί ιατρικές εξετάσεις σε όσους απομακρύνονταν. Γύριζε σπίτι ζαλισμένος, ένιωθε συνεχώς ναυτία. Το νοσοκομείο εκκενώθηκε στις 6 Μαΐου. Πολλοί από αυτούς τους «υπερανθρώπους», που κινητοποιήθηκαν χωρίς επαρκή προστασία, υπέφεραν αργότερα από νοσήματα και σοβαρά ψυχολογικά τραύματα.
Οικολογική αντιπολίτευση
Καθώς οι πληροφορίες για το δυστύχημα άρχισαν να διαρρέουν, η οργή αυξανόταν. Ο περιβαλλοντικός ακτιβισμός είχε αρχικά λειτουργήσει ως μια σχετικά ασφαλής μορφή διαμαρτυρίας στη Σοβιετική Ένωση. Ωστόσο, την εποχή του Τσερνόμπιλ είχε ήδη αρχίσει μια μετατόπιση. Καμία ομάδα δεν μετέτρεψε την οικολογική ανησυχία σε ηθική αγανάκτηση όσο οι συγγραφείς. Οι εκπρόσωποι της αποκαλούμενης «αγροτικής πεζογραφίας», επί μακρόν επικριτικοί της βιομηχανοποίησης, βρήκαν στο Τσερνόμπιλ μια φωνή επείγουσα και επιτακτική. Μεταξύ άλλων, ο ποιητής Ιβάν Ντρατς συνέθεσε έργα όπου το Τσερνόμπιλ εμφανίζεται ως βιβλικός θρήνος (θα βρείτε ποιήματα της εποχής στην «Ανθολογία Ουκρανικής Ποίησης» μεταφρασμένη από τον Μιχάλη Πάτση, Κουκίδα, 2025).
Για δεκαετίες, οι επιστήμονες απολάμβαναν σχετική προνομιακή μεταχείριση με αντάλλαγμα την πολιτική συμμόρφωση. Οι περιβαλλοντικές καταστροφές ανέτρεψαν αυτή τη σιωπηρή συμφωνία. Τα τοπικά παραρτήματα της Πανρωσικής Εταιρείας Προστασίας της Φύσης αποτέλεσαν συχνά τους πρώτους χώρους στους οποίους οι πολίτες συμμετείχαν σε αυθόρμητες δημόσιες συζητήσεις. Σε πόλεις εντός και εκτός Ουκρανίας, τα φόρουμ αυτά εξελίχθηκαν σε άτυπες αντιπολιτευτικές συγκεντρώσεις, με αντικείμενο τη βιομηχανική ρύπανση, τη χημική μόλυνση κατά μήκος του Δνείπερου και άλλων ποταμών και, πάνω απ’ όλα, τη ραδιενέργεια του Τσερνόμπιλ.
Μία από τις σημαντικότερες ουκρανικές μαζικές περιβαλλοντικές οργανώσεις ήταν η «Ζελένι Σβιτ» (Πράσινος Κόσμος), που ιδρύθηκε το 1987 από τον Γιούρι Στσέρμπακ, γιατρό και από τους πρώτους δημόσιους σχολιαστές των επιπτώσεων της ακτινοβολίας. Οι ακτιβιστές του Πράσινου Κόσμου υποστήριζαν ότι η περιβαλλοντική καταστροφή δεν ήταν ατύχημα αλλά επακόλουθο της αδιαφορίας της Μόσχας.
Πολιτισμός και «Οίκο-εθνικισμός»
Αυτές οι περιβαλλοντικές ανησυχίες συνδέθηκαν οργανικά με την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Οι εκστρατείες για τη διάσωση παλαιών εκκλησιών, νεκροταφείων και ιστορικών συνοικιών δεν είχαν αποκλειστικά αισθητικό χαρακτήρα. Αντιτάσσονταν στην ισοπεδωτική αντιμετώπιση του παρελθόντος στο όνομα ενός ομογενοποιημένου μέλλοντος.
Παράλληλα με την άνοδο των περιβαλλοντικών κινημάτων, διαμορφώθηκαν σύλλογοι προστασίας της ιστορικής μνήμης. Στη Ρωσία, η Πανρωσική Εταιρεία Προστασίας Ιστορικών και Πολιτιστικών Μνημείων ριζοσπαστικοποιήθηκε στα ύστερα σοβιετικά χρόνια. Στην Ουκρανία, αντίστοιχα σωματεία δεν κατήγγειλαν μόνο την καταστροφή της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, αλλά και την ιδεολογική διαγραφή μέρους της ουκρανικής ιστορίας. Συνεδριάσεις που φαινομενικά αφορούσαν την αρχιτεκτονική εξελίχθηκαν σε τόπους συζήτησης για την «αποικιοποίηση» του πολιτισμού της Ουκρανίας.
Η σύγκλιση περιβαλλοντικού, πολιτιστικού και πολιτικού ακτιβισμού βρήκε οργανωτική έκφραση στο «Ναρόντνι Ρουχ Ουκραΐνι» (Λαϊκό Κίνημα της Ουκρανίας), που ιδρύθηκε το 1989. Πολλές από τις ηγετικές του μορφές προήλθαν από περιβαλλοντικά και πολιτιστικά κινήματα. Κατά τον ιστορικό Σέρχι Πλόχι, το Τσερνόμπιλ σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής και την απαρχή μιας άλλης. Μετέτρεψε τη βραδεία καύση των σοβιετικών περιβαλλοντικών διαμαρτυριών σε έναν εκρηκτικό οικολογικό εθνικισμό, ή, αλλιώς, «Οίκο-εθνικισμό». Δεν υπήρξε το Τσερνόμπιλ μοναδική αιτία της αναβίωσης του ουκρανικού εθνικισμού, πλην όμως λειτούργησε ως επιταχυντής. Όταν η Ουκρανία τάχθηκε υπέρ της ανεξαρτησίας το 1991, η δηλητηριώδης κληρονομιά του Τσερνόμπιλ παρέμενε ως σκοτεινό υπόβαθρο των γεγονότων.
Μείωση των πυρηνικών όπλων μετά το ατύχημα
Σε διεθνές επίπεδο, το Τσερνόμπιλ αναδιαμόρφωσε το πολιτικό και συναισθηματικό πλαίσιο των προσπαθειών του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και του Ρόναλντ Ρέιγκαν για τον πυρηνικό αφοπλισμό. Αν και δεν επρόκειτο για ατύχημα οπλικών συστημάτων, η καταστροφή υπονόμευσε τους ισχυρισμούς περί ασφαλούς ελέγχου των πυρηνικών τεχνολογιών τόσο στην Σοβιετική Ένωση όσο και στις ΗΠΑ. Για τον Γκορμπατσόφ ειδικότερα, το Τσερνόμπιλ ενίσχυσε την αίσθηση του επείγοντος, συμβάλλοντας σε συμφωνίες όπως η Συνθήκη για τις Πυρηνικές Δυνάμεις Μέσου Βεληνεκούς του 1987, που εξάλειψε μια ολόκληρη κατηγορία πυρηνικών πυραύλων από την Ευρώπη.
Το Τσερνόμπιλ βρισκόταν επίσης στο παρασκήνιο όταν, με το Μνημόνιο της Βουδαπέστης το 1994, η Ουκρανία συμφώνησε να εγκαταλείψει τα πυρηνικά της όπλα και να προσχωρήσει στη Συνθήκη Μη Διάδοσης. Ως αντάλλαγμα, το Μνημόνιο απαγόρευε στη Ρωσία να απειλεί ή να χρησιμοποιεί στρατιωτική βία κατά της Ουκρανίας.
Σε αντίθεση με το Τσερνόμπιλ, ο πυρηνικός σταθμός της Ζαπορίζια, που βρίσκεται σήμερα πάνω σε μια επικίνδυνη γραμμή πολέμου, δεν είναι γραφίτης-μετριαζόμενος αντιδραστήρας και άρα μια παρόμοια έκρηξη είναι απίθανη. Κίνδυνοι, ωστόσο, παραμένουν: βομβαρδισμοί, διακοπές ρεύματος ή ζημιές στα συστήματα ψύξης θα μπορούσαν να επιφέρουν σοβαρό ραδιολογικό ατύχημα.
Διαρκής ανασφάλεια
Ρώσοι, Λευκορώσοι και Ουκρανοί συγγραφείς, ανάμεσά τους ο Γριγόρι Μεντβέτεφ, η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς και η Οξάνα Ζαμπούζκο, έχουν καταθέσει ίσως τις πιο καθαρές μαρτυρίες για τη μακρά σκιά του Τσερνόμπιλ. Στα έργα τους η καταστροφή δεν εκδηλώνεται στιγμιαία, αλλά διαρκεί. Η ακτινοβολία, αόρατη και σιωπηλή, διεισδύει στην καθημερινότητα, γεννώντας μια διαρκή ανασφάλεια που φτάνει ακόμη και στο οικογενειακό τραπέζι. Η βροχή μετατρέπεται σε απειλή. Όπως το μητρικό γάλα, έτσι και η μόλυνση εισχωρεί στα σώματα και από εκεί ταξιδεύει, αόρατη, προς τις επόμενες γενιές.
Το Τσερνόμπιλ αποκαλύπτει επίσης πόσο άρρηκτα συνδεδεμένη είναι η ανθρώπινη μοίρα με τον φυσικό κόσμο. Οι επιζώντες θυμούνται ότι οι μέλισσες εξαφανίστηκαν πρώτες· εκείνες γνώριζαν πριν από όλους. Τα γύρω πευκοδάση κοκκίνισαν αφύσικα πριν ξεραθούν. Μετά την εκκένωση, στρατιώτες έλαβαν εντολή να σκοτώσουν τα εγκαταλειμμένα ζώα, μαζί με τις γάτες και τους σκύλους που είχαν μείνει πίσω, φρουρώντας τα άδεια σπίτια. Αυτό που απομένει είναι η Ζώνη Αποκλεισμού – μια δηλητηριασμένη ερημιά, όπου ερείπια και βλάστηση συνυπάρχουν, ο άνεμος διαπερνά τα σπασμένα κτίρια, ο χρόνος μοιάζει παγωμένος.
Ο πραγματικός αριθμός των θυμάτων δεν θα γίνει ποτέ γνωστός. Πολλοί πέθαναν χρόνια αργότερα από καρκίνους που διαγνώστηκαν όταν το Τσερνόμπιλ είχε πάψει να απασχολεί τα πρωτοσέλιδα. Ένας από αυτούς ήταν ο γιατρός Αντόλι Τκατσούκ, από μελάνωμα, σε ηλικία 32 ετών, τον Φεβρουάριο του 1992.