ΠΡΑΣΙΝΟΙ: ΕΝΑ ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΚΑΤΑΧΝΙΑ;

 

   Του Πολυδεύκη Παπαδόπουλου

Δημοσιογράφου-Κοινωνιολόγου,

ειδικευμένου σε ευρωπαϊκά θέματα

Το ουράνιο τόξο αποτελεί στοιχείο των συμβόλων αρκετών οικολογικών κομμάτων. Ένα τέτοιο έρχεται να φωτίσει μέρος της ευρωπαϊκής πολιτικής καταχνιάς, μετά τα συνεχή πετυχημένα αποτελέσματα των Πράσινων της Γερμανίας, αλλά και τις καλές επιδόσεις των ομοϊδεατών τους σε Λουξεμβούργο, Βέλγιο και πιο πριν Ολλανδία και Ελβετία.

Ωστόσο, αυτό αφορά τον  πολιτικό ουρανό μόνον της Κεντροδυτικής Ευρώπης. Γιατί το τόξο σταματά στη δυτική πλευρά των Άλπεων και δεν πηγαίνει ανατολικότερα σε Αυστρία ή νοτιότερα σε Ιταλία. Προς τα πάνω βρίσκεται κυρίως δεξιά του Ρήνου, δηλαδή πέραν των γαλλικών συνόρων, για να καταλήξει στις προαναφερόμενες χώρες της Β. Θάλασσας.Επίσης, πιο βόρεια, ένα άλλο μικρότερο καλύπτει τμήμα της Σκανδιναβίας και Βαλτικής. Σε ό,τι αφορά τις υπόλοιπες πλευρές της Ευρώπης, Κεντροανατολικά και Νότια, τέτοια μετεωρικά πολιτικά φαινόμενα σπανίζουν ή λείπουν.

Τα παραπάνω τοπόσημα ορίζουν τις περιοχές της Ευρώπης όπου κινείται ένα νέο πράσινο κύμα, θέτοντας ζήτημα για τα υπόλοιπα μέρη της Ένωσης. Επιπλέον, πέραν της γεωγραφίας των ευρωπαϊκών οικολογικών κομμάτων, προκύπτουν δύο ακόμη ερωτήματα: -ποιο είναι το ιδεολογικό και προγραμματικό στίγμα των σημερινών Πράσινων -οι επιτυχίες τους, όπου υπάρχουν, πόσο θα αποτελέσουν φράγμα ανάσχεσης των ακροδεξιών, λαϊκιστικών και αντιευρωπαϊκών δυνάμεων, ενόψει Ευρωεκλογών και πέραν τούτων.

Η πρωτοπορία των Γερμανών Πρασίνων

Με 35 χρόνια συνεχούς συμμετοχής στην ομοσπονδιακή Κ.Βουλή και μακρά παρουσία στα κοινοβούλια των περισσότερων κρατιδίων, οι Γερμανοί Πράσινοι ακολούθησαν μια εξελικτική πορεία από τα τέλη του 70’, όταν άρχισαν να συγκροτούνται μέσα απόριζοσποσπαστικά κινήματα της εποχής, περιβαλλοντικές, ειρηνιστικές, φεμινιστικές και εναλλακτικές πρωτοβουλίες, καθώς και αποχωρούντες από τοSPD. Η «μεγάλη πορεία» τους ήταν βασικά ανοδική, με εξαίρεση υποχωρήσεις στις αρχές του ’90 (όταν η πτώση του Τείχους αφαίρεσε μέρος των στόχων τους), στις ευρωεκλογές του 1999 (όταν επικρίθηκαν για έγκριση των βομβαρδισμών της Γιουγκοσλαβίας) και το 2005 (όταν πλήρωσαν το δικό τους κόστος για την Ατζέντα 2010, μετέχοντας στις κυβερνήσεις Σρέντερ 1998-2005).

Ήδη πριν τις επιτυχίες τους τις προηγούμενες Κυριακές στα κρατίδια της Βαυαρίας (17,5%) και τις Εσσης (19,5%), οι Πράσινοι μετείχαν στις τοπικές κυβερνήσεις 9 κρατιδίων (από τα 16), εκ των οποίων σε 2 με SPD και Αριστερά, 2 με SPD, 1 με SPD και Φιλελεύθερους, 1 με CDU και SPD, 1 με CDU και Φιλελεύθερους και 2 με CDU.

Οι εν λόγω συνδυασμοί δείχνουν το δρόμο που διάνυσαν από την εποχή των διαμαρτυριών και του αντισυστημισμού σε ένα κόμμα του οποίου οι θέσεις γίνονται πλέον αποδεκτές από σημαντικό μέρος των αστών, μικροαστών και νέων, επειδή θεωρούνται ρεαλιστικές (αλλά όχι εύπεπτες). Οι περισσότεροι από τους ίδιους τους Πράσινους αυτοτοποθετούνται στην κεντροαριστερά και αναλυτές σπεύδουν να προβλέψουν ότι θα υποκαταστήσουν σταδιακά τους Σοσιαλδημοκράτες. Καλύτερα, όμως, από προσδιορισμούς να διαβαστούν οι προτάσεις τους, που είναι και οι πλέον ολοκληρωμένες στο ευρωπαϊκό πράσινο κίνημα.

Οι κυριότερες εξ αυτών αφορούν: -μετάβαση σε νέα ενεργειακή οικονομία χωρίς πυρηνική ενέργεια και με σταδιακή κατάργηση των ορυκτών καυσίμων –μετατροπή της αγροτικής παραγωγής σε βιολογική και ολοκληρωμένη διαχείριση –μεγαλύτερη φορολόγηση ενεργοβόρων δραστηριοτήτων και μεγάλου πλούτου –αναδιανομή μέσω τέτοιων πόρων, με ενίσχυση δημοσίων αγαθών, βελτίωση κατώτατου μισθού και δημιουργία ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος –όχι αύξηση συντεχνιακών/κλαδικών προνομίων- ενίσχυση της ψηφιακής μετάβασης, με διασφάλιση δικαιωμάτων των πολιτών –άσυλο για πρόσφυγες και ενσωμάτωση μεταναστών –στήριξη των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, αλλά και ενίσχυση της ασφάλειας των πολιτών –υποστήριξη του σχεδίου για ομοσπονδιακή Ευρώπη –σύνταξη για όλους στα 67, με περιορισμένες δυνατότητες μερικής συνταξιοδότησης νωρίτερα.

Το αυξομειούμενο ρεύμα στις λοιπές χώρες της ΚΔ Ευρώπης

Την ίδια Κυριακή (14/10) με το εκλογικό αποτέλεσμα των Πράσινων στην Βαυαρία, δεν ήταν απλώς σύμπτωση ότι οι ομοϊδεάτες τους είχαν επίσης επιτυχίες στις κοινοβουλευτικές εκλογές του Λουξεμβούργου και στις τοπικές του Βελγίου.

Στο Μεγάλο Δουκάτο οι Πράσινοι αύξαναν κατά 50% τη δύναμή τους (από 10% πήγαν στο 15%) και μάλιστα μετά 5 χρόνια συγκυβέρνησης με τους Φιλελεύθερους. Η κοινωνία του Λουξεμβούργου έδειξε να εκτιμά την παρουσία τους στο υπουργείο Δικαιοσύνης, μέσω του οποίου προώθησαν το γάμο μεταξύ των ίδιων φύλων και τη μεταρρύθμιση των διαδικασιών του διαζυγίου, αλλά και το πρασίνισμα των πολιτικών στις μεταφορές και δημόσιες υποδομές.

Την ίδια μέρα στο γειτονικό Βέλγιο, οι εκεί Πράσινοι, συνεχίζοντας την κατά  βάση ανοδική πορεία που σημειώνουν  σε ομοσπονδιακό και περιφερειακό επίπεδο από τα τέλη του ’90 (3%-8,5%),είχαν τις δικές τους επιτυχίες σε αυτοδιοικητικές εκλογές. Από τα εντυπωσιακότερα αποτελέσματα ήταν η 2η θέση στον κεντρικό δήμο της περιοχής των Βρυξελλών (16,81%) και η κατάκτηση 4 δημαρχιών στο υπόλοιπο συγκρότημα της βελγικής πρωτεύουσας, με τις Ixellesνα κερδίζονται από τον ομογενή Χρήστο Δουλκερίδη. Παραμένοντας στο παλμαρέ των οικολογικών κομμάτων της ΚΔ Ευρώπης, να σημειωθούν οι αξιόλογες επιδόσεις των Πράσινων τα τελευταία χρόνια στην Ελβετία (5%-10%) και το 9,1% που έφερε η «Πράσινη Αριστερά» το 2017 στην Ολλανδία. Πρόκειται για το καλύτερο ποσοστό ενός κόμματος που παντρεύει στον τίτλο τις δύο σχετικές πολιτικές παραδόσεις.

Η ανάπτυξη των οικολογικών/πράσινων κομμάτων στην ΚΔ Ευρώπη έχει σίγουρα σχέση με κοινά στοιχεία στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη αυτών των χωρών. Ωστόσο, η τάση δεν είναι γραμμική ή ομοιόμορφη. Π.χ. στην κοντινή Αυστρία, οι Πράσινοι είχαν εισέλθει στο ομοσπονδιακό κοινοβούλιο ήδη από το 1986 και από τις αρχές του 2000 έως πρόσφατα κινούνταν μεταξύ 10%-12,5%, ενώ το 2016 ο εκλεγείς με καθολική ψηφοφορία Πρόεδρος της χώρας Αλεξάντερ Βαν Ντεν Μπέλεν προήλθε από τις τάξεις τους. Ωστόσο, στις εκλογές του 2017 έπεσαν στο 3,8% και έμειναν εκτός Ομοσπονδιακής Βουλής, ως αποτέλεσμα της δεξιάς στροφής της αυστριακής κοινωνίας και απόρριψης της φιλομεταναστευτικής πολιτικής που υπεράσπιζαν.

Όμως, τις μεγαλύτερες διακυμάνσεις στο χώρο της ΚΔ Ευρώπης έχει το γαλλικό πράσινο κίνημα, που ήταν και το πρώτο –πανευρωπαϊκά- που άρχισε να μετέχει σε πολιτικές διαδικασίες από τα μέσα του 70’. Παιδί του Μάη και με συμμετοχή του διανοητή/περιβαλλοντιστή Ρενέ Ντυμόν ήδη στις προεδρικές εκλογές του ’74, το κίνημα Πολιτικής Οικολογίας στη Γαλλία υπήρξε εκείνο που επίσης ξεκίνησε, σε επίπεδο μαζικού χώρου, να παράγει θεωρία για στροφή στη βιώσιμη ανάπτυξη, αλλά και αποκέντρωση/αυτοδιαχείριση σε πολλές λειτουργίες της ζωής. Ωστόσο, οι Πράσινοι της Γαλλίας παρουσίασαν πολλές μεταπτώσεις από τις δεκαετίες ’80,’90, έως πρόσφατα. Στο μεταξύ είχαν δύο συμμετοχές σε κυβερνήσεις (1997-2002 με την πλουραλιστική αριστερά επί Ζοσπέν και 2012-2014 με την κυβέρνηση Αριό, στην πρώτη διετία Ολαντ), ενώ στις ευρωεκλογές του 2009 εκτινάχθηκαν στο 16,3% με τη συμμαχία «Ευρώπη-Οικολογία» του Ντανιέλ Κονμπετίτ και Νικολά Ιλό. Ωστόσο, η συνέχεια δεν υπήρξε ανάλογη. Η 2η κυβερνητική συνεργασία με του Σοσιαλιστές δεν πήγε καλά, στις ευρωεκλογές του 2014 το ποσοστό τους έπεσε στο 8,95%, στο εσωτερικό υπήρξαν έριδες. Τελικά, στις προεδρικές εκλογές του 2017 ο χώρος αποφάσισε να υποστηρίξει τον Μπενουά Αμόν, υποψήφιο του Σοσιαλιστικού Κόμματος, τοποθετημένο αριστερά και με οικολογικές απόψεις. Όμως ο Αμον κατακρημνίστηκε στο 6,36%, στις δε κοινοβουλευτικές εκλογές που ακολούθησαν η αυτόνομη κάθοδος των Γάλλων Πράσινων συγκέντρωσε μόνον 4,3% και εξέλεξε ένα βουλευτή. Έτσι, οι Γάλλοι Πράσινοι βρίσκονται για μια ακόμη φορά σε αναδίπλωση. Ενδεχομένως να επανέλθουν δυναμικά, αλλά αυτό μάλλον δεν αναμένεται άμεσα.

Η πολιτική γεωγραφία των Πράσινων στην υπόλοιπη ΕΕ

Η υπόλοιπη Ευρώπη, με περιορισμένες εξαιρέσεις, δέχεται ελάχιστα πράσινα κύματα. Η θάλασσα που βρέχει το Νότο περιέχει μικρότερη κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη, αλλά και πολιτικά συστήματα προσκολλημένα στα παραδοσιακά δεξιά και αριστερά κόμματα και σε πελατειακά δίκτυα. Επίσης, το ενδιαφέρον για το περιβάλλον και τα κινήματα πολιτών, ήδη χαμηλό στην περιοχή, περιορίζεται έτι περαιτέρω από την έντονη κρίση των νοτιοευρωπαϊκών χωρών.

Στην Πορτογαλία οι Πράσινοι «παντρεύτηκαν» από τα μέσα του ’80 με το ΚΚΠ και πορεύονται μέχρι τώρα έτσι, σε ένα μειοψηφικό ρόλο(υποστηρίζοντας τα τελευταία χρόνια την κυβέρνηση Κόστα).  Στην Ισπανία η πορεία τους ήταν αρκετά παρόμοια και η περιορισμένη παρουσία τους διασφαλίστηκε κατά καιρούς μόνον μέσα από συμμαχίες με την Ενωμένη Αριστερά και τελευταία με τους Ποδέμος. Στην Ιταλία οι αποτυχημένες τελευταίες συνεργασίες τους με την Αριστερά έχει ελαχιστοποιήσει την παρουσία τους. Στη μικροσκοπική Μάλτα ο χώρος έχει σχεδόν εξαφανιστεί, αλλά στην Κύπρο τα πράγματα είναι καλύτερα, με το κόμμα «Οικολόγοι-Περιβαλλοντιστές» να λαμβάνει στις τελευταίες εκλογές 4,8% και 2 βουλευτές, παρουσιάζοντας ένα ιδιαίτερο μείγμα πράσινων και «πατριωτικών» ιδεών. Στην Ελλάδα, τέλος, η εμφάνιση σπόρων Πολιτικής Οικολογίας ήδη από τις αρχές του 80’ καρποφόρησε μόλις στις εκλογικές αναμετρήσεις ’89-’90 (από 1 έδρα λόγω αναλογικού συστήματος) και ξανά μόνον στις Ευρωεκλογές του 2009 με 3,5% και ένα ευρωβουλευτή (Μ. Τρεμόπουλος για 2,5 χρόνια και Ν. Χρυσόγελος για τα υπόλοιπα 2,5 χρόνια). Η οικονομική κρίση, η πολιτική πόλωση και τα εσωκομματικά προβλήματα διατήρησαν τους Οικολόγους Πράσινους (όπως ονομάζεται ο χώρος από το 2002) εκτός Κοινοβουλίου και με κατιούσα τάση έως τις διπλές εκλογές του 2015, όταν εξέλεξαν διαδοχικά 1 και 2 βουλευτές, αλλά λόγω της συνεργασίας τους με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Στην Α.Ευρώπη το οικολογικό κίνημα και τα ανάλογα κόμματα είχαν τις δικές τους αυξομειώσεις τις τελευταίες 2 δεκαετίες και σήμερα βρίσκονται λίγο-πολύ παντού στο 1%-2%, με δύο εξαιρέσεις:-αφενός τους Πράσινους της Ουγγαρίας, οι οποίοι μετά τη μεγάλη κρίση της δικής τους χώρας κατόρθωσαν το 2010 να ανέβουν στο 7,5%, ενώ και στις τελευταίες εκλογές το κόμμα τους «Μια άλλη πολιτική είναι δυνατή» διατηρήθηκε στο 7% απέναντι στην πλημμυρίδα Ορμπάν  -αφετέρου τα αντίστοιχα κόμματα της Λετονίας (στην οποία ο Ιντούλις Εμσις έγινε το 2004, για 10 μήνες, ο πρώτος πράσινος πρωθυπουργός παγκοσμίως) και της Λιθουανίας. Πρόκειται,πάντως, για ιδιάζουσες περιπτώσεις «πράσινου συντηρητισμού», καθώς και στις δύο χώρες θεωρούνται κεντροδεξιά κόμματα, που συνδυάζουν τον περιβαλλοντισμό, με τον αγροτισμό, τον οικονομικό φιλελευθερισμό και τις κοινωνικά συντηρητικές ιδέες.

Η γειτονική Σκανδιναβία είναι διαχωρισμένη, με Φινλανδία και Σουηδία να διαθέτουν αξιόλογα οικολογικά κόμματα, που συνήθως κινούνται μεταξύ 5%-8,5%, ενώ και στις δύο χώρες οι Πράσινοι μετείχαν σε κυβερνήσεις συνεργασίας με τους Σοσιαλδημοκράτες. Όμως, στη Δανία οι Πράσινοι έχουν διαλυθεί από το 2014 και οι απόψεις αυτές εκπροσωπούνται μερικώς από το αριστερό-αντιευρωπαϊκό «Σοσιαλιστικό Κόμμα του Λαού», στην εκτός ΕΕ Νορβηγία βρίσκονται στο 3% και με 1 μόνον έδρα, ενώ στη μακρινή Ισλανδία η επίσης πρασινο-κόκκινη και ευρωσκεπτικιστική«Πράσινη Αριστερά» είναι δεύτερο κόμμα και κατέχει σήμερα την πρωθυπουργία σε κυβέρνηση συνεργασίας. Τέλος, στη Βρετανία το πλειοψηφικό/μονοεδρικό εκλογικό σύστημα, σε συνδυασμό με τη διατηρούμενη ισχύ των Εργατικών, δεν επέτρεψε την πολιτική ανάπτυξη του οικολογικού χώρου. Το Πράσινο Κόμμα κατά καιρούς έφτασε το 3%-4%, αλλά εξέλεγε μετά βίας 1 βουλευτή, όπως έγινε και στις εκλογές του 2017, όταν έμεινε και στο 1,6%. Καλύτερη παρουσία είχε σε Ευρωεκλογές όπου το σύστημα είναι αναλογικό, ανήκοντας στην πλέον φιλοευρωπαϊκή πλευρά του ΗΒ, ενώ παρόμοια είναι η κατάσταση και στην Ιρλανδία.

Τι αντιπροσωπεύουν και τι μπορούν να κάνουν οι Πράσινοι

Μετά το νεοφιλελευθερισμό, που πολλοί θεωρούν πρόβλημα και όχι λύση για ένα βιώσιμο φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον, καθώς και τις παραδοσιακές αριστερές/σοσιαλδημοκρατικές λύσεις, που δείχνουν τα όρια τους, τα πράσινα κινήματα και κόμματα, ειδικά της ΚΔ Ευρώπης, αρχίζουν να εμφανίζουν ικανώς συνεκτικές προτάσεις για μια βιώσιμη οικονομία, μετάβαση σε καθαρότερη ενέργεια, έλεγχο της παγκοσμιοποίησης, δημοκρατικότερη διακυβέρνηση, νέου τύπου αναδιανομή και πολυπολιτισμική/πολυφυλετική συμβίωση. Πρόκειται για ιδέες που αντιμετωπίζονται πλέον ως σοβαρές και οι οποίες σίγουρα δεν αποτελούν απλές αρνήσεις ή ανέξοδη ριζοσπαστική ρητορική. Από την άποψη αυτή έρχονται να δημιουργήσουν την έννοια ενός «Νέου Προοδευτικού Κέντρου», ανανεώνοντας και συμπληρώνοντας το πολιτικό φάσμα και κυρίως την Κεντροαριστερά, όπως θέλει ο Γερμανός Ράινερ Μπουτιχόφερ, συμπρόεδρος του «Ευρωπαϊκού Πράσινου Κόμματος».

Είναι κάτι που προσδοκάται να τους επιφέρει πολιτικά κέρδη, στις επερχόμενες ευρωεκλογές αυξάνοντας τις 51 έδρες που διαθέτουν, αλλά και σε επόμενες εθνικές αναμετρήσεις. Κάτι τέτοιο θα αποτελέσει σίγουρα αντίρροπη τάση κι ένα από τα αναχώματα στο έτερο κύμα των λαϊκιστικών-ακροδεξιών-αντιευρωπαϊκών κομμάτων. Ωστόσο, λόγω της κατανομής ισχύος, γεωγραφικά και πολιτικά, είναι δύσκολο οι Πράσινοι να γίνουν το κύριο εμπόδιο στο «Μαύρο Μέτωπο» που θέλει να κάνει την ΕΕ «αγνώριστη». Εφόσον κάτι τέτοιο αποτραπεί, με τη συνδρομή των παραδοσιακών κεντροδεξιών, κεντροαριστερών και φιλελεύθερων δυνάμεων, οι Πράσινοι μοιάζουν να έρχονται στο κέντρο των εξελίξεων στην Ευρώπη και όχι μόνον.

Posted on 08/11/2018 in Άρθρα

Share the Story

Back to Top